Η προωθούμενη μεταρρύθμιση του Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως ένα βήμα «εκσυγχρονισμού» και «ψηφιακής αναβάθμισης» της δημοκρατικής διαδικασίας.
Ωστόσο, πίσω από την τεχνοκρατική γλώσσα και την επίκληση της καινοτομίας, αναδύονται σοβαρά πολιτικά, θεσμικά και δημοκρατικά ζητήματα, τα οποία δεν μπορούν να υποτιμηθούν.
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά την ουσιαστική κατάργηση του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών. Ο δεύτερος γύρος, ανεξαρτήτως των επιμέρους αδυναμιών του, αποτελούσε μια σαφή διαδικασία επαναβεβαίωσης της λαϊκής βούλησης και εξασφάλιζε ισχυρότερη πολιτική νομιμοποίηση για τον εκλεγμένο Δήμαρχο ή Περιφερειάρχη.
Απούσα η ευρεία κοινωνική αποδοχή
Η δυνατότητα εκλογής ακόμη και με ποσοστά της τάξης του 42% συνιστά σαφή υποχώρηση από την αρχή της ευρείας κοινωνικής αποδοχής, η οποία οφείλει να συνοδεύει την άσκηση τοπικής εξουσίας.
Παράλληλα, το νέο σύστημα της «εναλλακτικής ψήφου» μεταφέρει κρίσιμες πολιτικές διεργασίες από το δημόσιο πεδίο σε μια αδιαφανή τεχνική διαδικασία καταμέτρησης.
Μέχρι σήμερα, οι συνεργασίες και οι πολιτικές συγκλίσεις μεταξύ των δύο γύρων πραγματοποιούνταν δημόσια, με πολιτικό διάλογο, προγραμματικές τοποθετήσεις και σαφή λογοδοσία απέναντι στους πολίτες.
Η μεταφορά ψήφων μέσω «δεύτερων επιλογών»
Αντίθετα, το νέο μοντέλο επιτρέπει τη μεταφορά ψήφων μέσω «δεύτερων επιλογών», χωρίς ουσιαστική πολιτική αντιπαράθεση και χωρίς καθαρή κοινωνική νομιμοποίηση των συμμαχιών που διαμορφώνονται εκ των υστέρων.
Ακόμη πιο σύνθετα είναι τα ζητήματα που προκύπτουν από την εισαγωγή της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας. Παρότι προβάλλεται ως εργαλείο διεύρυνσης της συμμετοχής, ειδικά για νέους και ετεροδημότες, η ψηφιακή ψήφος εγείρει εύλογες ανησυχίες σχετικά με τη διαφάνεια, τη μυστικότητα και την ασφάλεια της εκλογικής διαδικασίας.
Η δημοκρατία δεν στηρίζεται μόνο στην τεχνική αξιοπιστία ενός συστήματος, αλλά και στην κοινωνική εμπιστοσύνη προς αυτό. Η φυσική κάλπη εξακολουθεί να αποτελεί τον πιο άμεσα ελέγξιμο και κοινωνικά αποδεκτό μηχανισμό εκλογικής νομιμοποίησης.
Η μεταφορά κρίσιμων λειτουργιών της εκλογικής διαδικασίας σε ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργεί επιπλέον κινδύνους κυβερνοασφάλειας, πιθανών παρεμβάσεων ή αμφισβήτησης του αποτελέσματος. Ακόμη και η απλή υποψία τεχνικής χειραγώγησης θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.
Η εξοικείωση με τις ψηφιακές τεχνολογίες δεν είναι κοινωνικά ομοιόμορφη
Εξίσου σοβαρός είναι και ο κίνδυνος δημιουργίας νέων μορφών αποκλεισμού. Η εξοικείωση με τις ψηφιακές τεχνολογίες δεν είναι κοινωνικά ομοιόμορφη.
Ηλικιωμένοι πολίτες, κάτοικοι απομακρυσμένων περιοχών ή άνθρωποι με περιορισμένες ψηφιακές δεξιότητες ενδέχεται να βρεθούν σε μειονεκτική θέση μέσα σε ένα σύστημα που μεταφέρει ολοένα και περισσότερες δημοκρατικές λειτουργίες στο ψηφιακό περιβάλλον.
Η ισότητα της ψήφου δεν αφορά μόνο το τυπικό δικαίωμα συμμετοχής, αλλά και την πραγματική δυνατότητα άσκησής του χωρίς τεχνολογικά εμπόδια.
Παράλληλα, η αυξημένη εξάρτηση από κρατικές ψηφιακές υποδομές, μητρώα ταυτοποίησης και κεντρικούς μηχανισμούς διαχείρισης της εκλογικής διαδικασίας ενισχύει την αίσθηση συγκέντρωσης ελέγχου στο κεντρικό κράτος.
Υπερσυγκεντρωτικό το ψηφιακό μοντέλο διοίκησης
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση, που θεσμικά οφείλει να λειτουργεί με υψηλό βαθμό αυτονομίας και εγγύτητας προς τον πολίτη, κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο εφαρμογής ενός υπερσυγκεντρωτικού ψηφιακού μοντέλου διοίκησης.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η πρόβλεψη για τα τοπικά δημοψηφίσματα. Παρότι παρουσιάζονται ως εργαλείο συμμετοχικής δημοκρατίας, το αποτέλεσμα τους παραμένει αποκλειστικά συμβουλευτικό και μη δεσμευτικό.
Αυτό σημαίνει ότι η λαϊκή έκφραση μπορεί τελικά να αγνοείται από τις δημοτικές αρχές, μετατρέποντας τον θεσμό περισσότερο σε μηχανισμό πολιτικής εκτόνωσης παρά ουσιαστικής συμμετοχής των πολιτών στη λήψη αποφάσεων.
Τέλος, δεν περνά απαρατήρητο ότι το ίδιο το νομοσχέδιο αντιμετωπίζει την αυτοδιοίκηση ως «πιλοτικό πεδίο» για μελλοντικές εφαρμογές αντίστοιχων συστημάτων σε εθνικές εκλογές.
Δεν έχει προηγηθεί ουσιαστικός κοινωνικός διάλογος
Πρόκειται για μια εξαιρετικά σοβαρή θεσμική μεταβολή, η οποία επιχειρείται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός κοινωνικός διάλογος ή ευρεία διακομματική συναίνεση.
Σε μια περίοδο γενικευμένης κρίσης εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, τέτοιες παρεμβάσεις απαιτούν πολύ μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση από αυτήν που μέχρι στιγμής φαίνεται να διαθέτουν.
Ατυχώς (και) στην προκειμένη περίπτωση η κοινωνική νομιμοποίηση είναι απούσα!
Α.Χ




































