“Τα τιμαλφή” (πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης) του Πάνου Κυπαρίσση

Δεν θα ήταν υπερβολή αν έλεγε κανείς ότι το παρελθόν διαδραμάτιζε πάντα βαρύνοντα ρόλο στην ποίηση και στη διαμόρφωση της ποιητικής του Πάνου Κυπαρίσση. 

Από τη συλλογή Καπνοπόλεμος (1977) ως τα ανά χείρας Τιμαλφή, τα πάντα μοιάζει να συντελούνται κάτω από τον θαλερό ίσκιο προσώπων και πραγμάτων του παρελθόντος, διαπερασμένα από ριπές της μνήμης και της νοσταλγίας και, κυρίως, εμπλουτισμένα με ψήγματα σπασμένων -πλην αναγνωρίσιμων- εικόνων της σχετικά πρόσφατης, μεταπολεμικής, ιστορίας, όπως αυτή βιώθηκε σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο, ως «πράξη» και ως απόηχος.

Λειτουργεί, όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος, σαν ένας στιγμιογράφος που κρατάει σπαραγμένες εικόνες, όπως τις ανασύρει από την προσωπική του «πινακοθήκη», προκειμένου να τις εναποθέσει στο σώμα του ποιήματος, με συνειρμικές διαστολές και αναγνωρίσιμα σύμβολα, ώστε ο λόγος του αποκτά μια υποκειμενική καθολικότητα. 

Αυτές τις σπαραγμένες εικόνες, αυτά τα πολύτιμα τιμαλφή μιας ζωής κερδισμένης μέσα από οδυνηρές απώλειες και ματαιώσεις, τα ανασύρει από τα περασμένα με το ζωντανό και κάποτε επίβουλο δίχτυ των λέξεων από τα ορυχεία επουλωμένων και ανεπούλωτων πληγών• από τόπους όπου η υπαρξιακή αγωνία του ποιητικού υποκειμένου συμφύρεται ή εναλλάσσεται με την αγωνία του μπροστά σε ένα σημαδεμένο από σημαντικές απουσίες και ελλείψεις παρόν.

Τα ανασύρει πραγματοποιώντας καταβυθίσεις στις εσχατιές του χρόνου, με την ενδόμυχη επιθυμία αφενός να κάνει να πνεύσει ένας φρέσκος άνεμος -ένα αεράκι εφεδρικό– στον ζωτικό του χώρο και αφετέρου να ανανεώσει το υλικό της προσωπικής και της συλλογικής του μνήμης, προκειμένου να επιχειρήσει, στη συνέχεια, τον αναζωογονητικό, της πάντα άγρυπνης διάθεσής του για ζωή, επαναπροσδιορισμό του, απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του και απέναντι στους άλλους – κυρίως μπροστά στο απαιτητικό και πολύπαθο σώμα της Ιστορίας, η οποία αξιώνει μονίμως και επίμονα να δρα και να λειτουργεί σε δύο επίπεδα:

Να ιστορεί τα πάθη της με προσήνεια και νηφαλιότητα, αλλά παράλληλα και να ιστορείται, από τους σημαντικούς ή ασήμαντους, πραγματικούς ή νομιζόμενους φορείς των όποιων συνεπειών της, με την έπαρση του νικητή ή, το συνηθέστερο, με το πάθος και την οδύνη του νικημένου.

Ο ποιητής, εν προκειμένω, μοιάζει να βρίσκεται στο κέντρο μιας επίβουλης έκτασης ή, μάλλον, μοιάζει να είναι αυτός ο ίδιος το σημείο όπου, ακατάπαυστα, διασταυρώνονται μνήμες από ένα δράμα που ερήμην του παίχτηκε, μαζί με μνήμες προσφιλών του «χαμένων». Μνήμες που όλες μαζί συνθέτουν μία μαύρη λάβα ακατάσχετη, πλην όμως που ορίζεται και συγκρατείται στο πεδίο της ποίησης, γεγονός που τον κάνει να απορεί και να αναρωτιέται: «Πώς κρατάς τέτοιο καμίνι / όσο να βγει;». Μνήμες που πιάνονται σπαρταριστές στις λέξεις δολώματα και λέξεις που πλέκουν το ασφαλέστερο νήμα-οδηγό στα έγκατα της βιωμένης ατομικά και συλλογικά ιστορίας.

Εκεί όπου ο ποιητής ψαύει σχήματα και μορφές αγαπημένες, αποτίοντας φόρο ευλάβειας και τιμής σε όλους όσοι, με τη θυσία τους, τον δίδαξαν την προσωπική του αλήθεια. Γιατί, πράγματι, «αντέχουν οι λέξεις• / και βουβές μπορούν / αυτό που χάνεται να το γυρίσουν», ταυτισμένες απόλυτα με τα πράγματα, τα αισθήματα και τις έννοιες που δηλώνουν, θάλποντας τη μνήμη και χρήζοντας αυτόν που ανεπιφύλακτα αφήνεται στην παραμυθία τους απολογητή όσων έφυγαν ηττημένοι από τη ζωή, ζώντας την ιστορία ως το κόκκαλο, ώσπου «τους πήρε άδικη μοίρα».

Αν αυτά -και πολλά άλλα- είναι τα στοιχεία που προσδιορίζουν και συνέχουν την ατμόσφαιρα των δύο πρώτων ενοτήτων της συλλογής («Η πύλη» και «Η αυλή» αντιστοίχως), τα πράγματα αλλάζουν άρδην στην τρίτη και τελευταία ενότητα, που έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η σιγή», όπου τα λόγια, οι χειρονομίες, οι διακριτικές χειραψίες και οι εν γένει καταστάσεις περιβάλλονται, επικαλύπτονται μάλλον, από έναν γοητευτικό, συναισθηματικά ιριδίζοντα, λυρισμό.

Βρίσκεται κανείς μπροστά σε συνεχή, κυματοειδή και λυρικότροπα βυθίσματα, που συμβάλλουν στη μετάλλαξη της πραγματικότητας σε οικείες ονειρικές εκδοχές, καθώς και σε εικαστικές αναπαραστάσεις μιας μουσικά εκδηλωνόμενης διάθεσης του ποιητή να γίνει εξομολογητικός, απολογητικός και συνάμα απολογιστικός για τα πεπραγμένα της ζωής του αλλά και για τη ζωή όλων αυτών που έφυγαν σημαδεύοντάς τον δια βίου. Και όλ’ αυτά με διαχυμένη την αίσθηση μιας καταπραϋντικής γυναικείας παρουσίας -ίσως και απουσίας-, που δρα σαν απαύγασμα σιωπής, αλλά μιας σιωπής μονίμως ομιλητικής.

Κώστας Παπαγεωργίου

Πάνος Κυπαρίσσης

Ο Πάνος Κυπαρίσσης γεννήθηκε στην Οξυά Ιωαννίνων το 1945.

Σπούδασε μαθηματικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και θέατρο στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης-Κάρολος Κουν. Έχει εργαστεί ως ηθοποιός και σκηνοθέτης στο θέατρο, στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο, ενώ δίδαξε για μια περίπου δεκαετία φιλολογία και μαθηματικά στη Μέση Εκπαίδευση. Δίδαξε επίσης στη δραματική Σχολή Βεάκη, στη σχολή “Νέο Ελληνικό Θέατρο – Γ. Αρμένη”, αλλά και στη Δραματική Σχολή “Δήλος” της Δ. Χατούπη.

Έχει συνεργαστεί με την κρατική τηλεόραση, σκηνοθετώντας περισσότερα από 15 ντοκυμαντέρ και με το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, σκηνοθετώντας την ταινία “Ο Βυζαντινός Καβάφης”. Τα ντοκυμαντέρ του “Τζουμέρκα” και “Κατεβαίνοντας στις Ακτές”, καθώς και η μικρού μήκους ταινία του “Έωθεν” έχουν συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Γράφει ποίηση, δοκίμιο και μεταφράζει, ενώ έργα του έχουν αποδοθεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Βουλγαρικά και Τσεχικά.

Ασχολείται με τη γλυπτική και τη ζωγραφική και έχει παρουσιάσει έργα του σε ατομικές αλλά και ομαδικές εκθέσεις.