Μπορούμε να είμαστε ένα κόμμα διακυβέρνησης και ταυτόχρονα αγώνα; /Νίκος Φίλης*

Νίκος Φίλης

Μόλις λίγους μήνες μετά τις εκλογές, ασκείται κριτική από πολλές πλευρές στο ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν έχει βρει τον αντιπολιτευτικό του ρυθμό, παρά ότι η ΝΔ ξετυλίγει αποφασιστικά ένα πρόγραμμα ανατροπής κοινωνικών, οικονομικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων. 

Η στάση του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται άραγε μόνο στο ότι είμαστε ακόμα κοντά στις εκλογές, όπου έχασε;

Δεν υποτιμώ τον παράγοντα χρόνο, αλλά το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι συγκυριακό, εκφράζει την ιδεολογική ηγεμονία του νεοσυντηρητισμού.
Ταυτόχρονα, το πρόβλημα της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ καθορίζει την μετεκλογική του παρουσία.

Αντιγράφω από ένα πρόσφατο άρθρο του Κύρκου Δοξιάδη στην ΕΦΣΥΝ: «Το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου είναι πρώτα και κύρια συνέπεια μιας ισχυρής και αποτελεσματικής ανασύνταξης και ανασυσπείρωσης των κυρίαρχων ταξικών δυνάμεων γύρω από τον κομματικό μηχανισμό που ανέκαθεν τις εκπροσωπούσε μεταδικτατορικά».

Προφανώς δεν πρόκειται για ελληνική ιδιομορφία. Ο νεοσυντηρητικός άνεμος έχει από καιρό φυσήξει στην Ευρώπη, την Ουάσινγκτον και άλλα σημεία του πλανήτη.

Στην Ελλάδα όμως υπήρξε μια τομή το 2015, με την κατάρρευση του παραδοσιακού αρχηγικού δικομματισμού και την ανάδυση του ΣΥΡΙΖΑ. Η ΝΔ κατόρθωσε να συγκροτήσει το αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, απορροφώντας και μεγάλο μέρος της ακροδεξιάς, προσδίδοντάς του χαρακτηριστικά ενός πολιτικού – κοινωνικού και ιδεολογικού συνασπισμού εξουσίας. Έστω επί του παρόντος.

Αντιθέτως ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν κατάφερε να δημιουργήσει όρους βαθύτερης ηγεμονίας αξιοποιώντας τη λαϊκή διαθεσιμότητα, που καταγράφηκε σε τέσσερις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις.

Εγκλωβισμένος στο δόγμα «μόνος εναντίον όλων», θεωρώντας ότι μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό πολιτικό υποδοχέα της κοινωνικής δυσαρέσκειας (κάτι σαν απόηχος της εθνικής λαϊκής ενότητας του ΠΑΣΟΚ), υποτίμησε τη στρατηγική του αντιπάλου αλλά και την ανάγκη κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών.

Περιορίστηκε σε ένα σχήμα εξουσίας, που στον αριθμητή του είχε τον ΣΥΡΙΖΑ, τους ΑΝΕΛ, παράγοντες του καραμανλικού κατεστημένου στον κρατικό μηχανισμό και σε αρκετές περιπτώσεις την Εκκλησία. Και στον παρονομαστή του μια γενική αντιμνημονιακή αναφορά.

Οφείλουμε να ερευνήσουμε τα αίτια αυτής της ήττας, που δεν είναι στενά εκλογική.

Αναμφίβολα, το γεγονός ότι εφαρμόσαμε πολιτικές μνημονίων, δηλ. στον πυρήνα τους νεοφιλελεύθερες πολιτικές -έστω και με κοινωνική ευαισθησία, με αποτέλεσμα να μείνει η κοινωνία κατά το δυνατό όρθια- μας οδήγησε στο να απωλέσουμε το ριζοσπαστικό μας χαρακτήρα, χωρίς μάλιστα να πετυχαίνουμε πάντοτε τη διαχειριστική επάρκεια.
Και δίπλα στα μνημόνια -που δεν ήταν το προνομιακό πεδίο της δικής μας διακυβέρνησης- αποφύγαμε να αντιπαρατεθούμε με εγχώριες εξουσίες και θολώσαμε το μήνυμά μας.
Γιατί η μάχη στο πεδίο της ιδεολογίας, την οποία έδινε και δίνει η ΝΔ, δεν γίνεται με το διαγκωνισμό «ποιος μπορεί να οδηγήσει τη χώρα καλύτερα πίσω στην κανονικότητα», δεν γίνεται με αντιπαράθεση αφηρημένης ρητορικής, αλλά με τον οραματισμό και το πρόγραμμα εναλλακτικών πολιτικών, έξω από το κυρίαρχο οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό υπόδειγμα.

Μετά τις εκλογές προτάξαμε το οργανωτικό, αφήνοντας πίσω το πολιτικό. Συνεπώς, καθήκον πρώτον σε αυτή τη φάση, είναι το προγραμματικό «ριστάρτ» του ΣΥΡΙΖΑ.

Χωρίς αμφισημίες και μονοθεματικές παρεμβάσεις. Η ανάγκη να αντιμετωπίσουμε την οικονομική κρίση, χωρίς να ξεφεύγουμε από τα όρια του μνημονίου, μας έσπρωξε σε έναν οικονομισμό, στην υιοθέτηση μάλιστα της πρωτοκαθεδρίας των επενδύσεων και της ανταγωνιστικότητας, έναντι της αναζήτησης ενός άλλου μοντέλου ανάπτυξης.

Δεν είναι δυνατόν να είμαστε κατά της κλιματικής αλλαγής και ταυτόχρονα υπέρ της εξορύξεως ορυκτών.

Δεν είναι δυνατόν, να διακηρύσσουμε (σε μεγάλο βαθμό το πετύχαμε…) ότι υπερασπιζόμαστε τα δικαιώματα των φτωχών συμπολιτών μας και την ίδια ώρα να κόβουμε το ΕΚΑΣ και να μειώνουμε τη φορολογία των μερισμάτων.

Δεν είναι δυνατόν να προχωρούμε σε ατυχείς συμβιβασμούς, όπως αυτός στις σχέσης κράτους-εκκλησίας.

Δεν είναι αποδεκτό από ευρύτερες δυνάμεις, και πέραν της Αριστεράς, να εμφανιζόμαστε ως μια δύναμη που αποδέχεται την ένταξη της χώρας και της περιοχής μας υπό αμερικανική κηδεμονία, με την (πραγματική, έστω) δικαιολογία της ευρωπαϊκής κρίσης.

Και δεν είναι τυχαίο ότι εκεί που τολμήσαμε, όπως στη Συμφωνία των Πρεσπών, κατορθώσαμε να δημιουργήσουμε νέες διαχωριστικές γραμμές μεταξύ προόδου και συντήρησης στην κοινωνία και στο πολιτικό σύστημα.

Χρειαζόμαστε το πνεύμα των Πρεσπών, δηλ. η σταθεροποίηση της περιοχής με την επίλυση εκκρεμοτήτων στην βάση αρχών και διεθνούς δικαίου, να επεκταθεί και στην αντιμετώπιση των κρίσιμων ζητημάτων με την Τουρκία και στο Κυπριακό.

Το προγραμματικό ριστάρτ στο οποίο αναφέρθηκα, πρέπει να περιλαμβάνει αναζητήσεις και προτάσεις για ένα παραγωγικό πρότυπο, που σταδιακά, και σε συνάρτηση με τις διεθνείς εξελίξεις, θα απομακρύνεται από τις μνημονιακές δεσμεύσεις.

Πρέπει να επαναφέρουμε στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα του χρέους. Όχι μόνο με βάση το στόχο μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων, αλλά, σε συνάρτηση και με τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, να διεκδικήσουμε μια νέα ρύθμιση που θα απεγκλωβίζει τη χώρα από την προδιαγεγραμμένη πορεία αναιμικής ανάπτυξης ή και ύφεσης, έως το 2060.

Ποια ανάπτυξη, στη δική μας λογική, μπορεί να υπάρξει με το σημερινό τραπεζικό σύστημα;

Με την ιδιωτικοποίηση της ενέργειας και άλλων στρατηγικών τομέων της οικονομίας;
Με ποια εργαλεία μπορεί να υπάρξει παρέμβαση του δημόσιου τομέα ώστε η ανάπτυξη να έχει θετικό κοινωνικό και οικολογικό πρόσημο;

Πώς μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη χωρίς ισχυρό ΠΔΕ, το οποίο τα τελευταία χρόνια αν και συρρικνωμένο υπο-εκτελείται;

Ποια κοινωνική προοπτική υπάρχει, όταν συνεχίζεται η πολιτική των υπερ-πλεονασμάτων με ανάπτυξη που δεν υπερβαίνει το 2% όπως προβλέπεται και για φέτος, παρότι θα έχουμε ένα ολόκληρο εξάμηνο δεξιάς διακυβέρνησης, απόδειξη των αδιεξόδων, της μυθολογίας και της ιδεολογίας της νεοφιλελεύθερης επιθετικότητας;

Ποια προοπτική έχει η χώρα, όταν το 2060 θα φθάσουμε να υπερτερούν στον πληθυσμό οι συνταξιούχοι, με μια οικονομία στάσιμη;

Η στρατηγική απομάκρυνσης από το -έστω ήπιο- μνημονιακό παρελθόν μας, πρέπει να συνδυαστεί με την ανάγκη να συστηθεί εκ νέου ο ΣΥΡΙΖΑ στην κοινωνία ως κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Δεν έχουμε ανάγκη να μετασχηματισμούμε σε κάτι άλλο, σε ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα, σε συνθήκες μάλιστα ιδεολογικής ηγεμονίας της Δεξιάς, που δεν θα έχει τη δυνατότητα το ίδιο να συγκροτεί τη δική του προγραμματική – ιδεολογική αντεπίθεση, παραλύοντας μέσα στην αμορφία.

Αντιθέτως έχουμε ανάγκη να ανασυγκροτήσουμε την ταυτότητά μας, ώστε να αμφισβητούμε την κυριαρχία της Δεξιάς, δηλαδή τελικώς την προσπάθεια να εγκαθιδρυθεί στη χώρα μας το καθεστώς του βίαιου νεοφιλελευθερισμού. Και ταυτόχρονα να αναζητήσουμε ένα πολιτικό πρόγραμμα που θα υπερβαίνει τη σημερινή καπιταλιστική πραγματικότητα, ανοίγοντας τους ορίζοντες της κοινωνικής αλλαγής.

Είναι μήπως αναχρονισμός η επιμονή στην μετακαπιταλιστική μετάβαση; Δεν ακούσαμε λοιπόν το σύνθημα στις μεγάλες κινητοποιήσεις των νέων κατά της κλιματικής αλλαγής, ότι «το πρόβλημα είναι το σύστημα και όχι μόνο το κλίμα»; Ορισμένοι διέβλεψαν σε αυτή την κινητοποίηση χαρακτηριστικά ενός νέου 1968, του οποίου το μήνυμα θυμόμαστε ότι τότε η επίσημη Αριστερά δεν αντιλήφθηκε αμέσως.

Δεν βιάζομαι, αλλά η γενικότερη αναστάτωση στον πλανήτη, με την υπεροχή του νεοσυντηρητισμού έχει αρχίσει να προκαλεί ρήγματα, όπως φαίνεται με τα κινήματα κατά των κοινωνικών ανισοτήτων και της λιτότητας, στην Ευρώπη, στην Λατινική Αμερική και την Ασία. Όλα αυτά τα κινήματα που αντικατοπτρίζουν τη μεγάλη δυσαρέσκεια των πολιτών με τις ασκούμενες πολιτικές και την εναντίωση στη γραφειοκρατία και τις τράπεζες, στην ουσία είναι «κινητοποιήσεις κατά της κανονικότητας».

Για αυτό, τώρα που τυπικά βγήκαμε από τα μνημόνια, είναι λάθος να επικαλούμαστε και εμείς ως στόχο την επιστροφή στην «κανονικότητα».

Αυτή η ρητορική βοηθάει τη Δεξιά, να προσδώσει στοιχεία ουδετερότητας και νομοτέλειας σε μια ταξική πολιτική της και να συντηρήσει το αντί-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο εμφανίζοντάς μας ως τον λαϊκιστικό εχθρό της κανονικότητάς τους.

Το ιδεολόγημα της «κανονικότητας», σημαίνει επιστροφή στην κυριαρχία του παλιού πολιτικού κατεστημένου, και στην ολόπλευρη συντηρητικοποίηση της κοινωνίας όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Σωτήρης Βαλντέν, προσθέτοντας ότι η «ευρωπαϊκή κανονικότητα δυστυχώς αποτελεί εν πολλοίς φαντασίωση», καθώς η οικονομία πάει άσχημα, οι ανισότητες και η ανασφάλεια γιγαντώνονται, οι εθνικισμοί ανεβαίνουν, η ακροδεξιά και ο εθνικισμός συνεχώς φουντώνουν, όπως είδαμε πριν λίγες μέρες στην Ισπανία.

Αναμφίβολα είναι αναγκαία η ενεργός συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ, με ευρείες συμμαχίες στην ανάγκη προοδευτικής επαναθεμελίωσης της Ευρώπης, πριν οι εχθροί της τη διαλύσουν.

Μίλησα για την ανάγκη ανασυγκρότησης της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με το μετασχηματισμό που υπονοεί τη μετάλλαξή του σε κόμμα της κανονικότητας.

Το επιχείρημα ότι πρέπει να αντιστοιχηθούμε με την εκλογική μας επιρροή, είναι ορθό στο βαθμό και υπό την προϋπόθεση ότι επιδιώκουμε να αλλάξουμε προϋπάρχουσες ιδεολογικοπολιτικές ταυτότητες, και να δημιουργήσουμε προϋποθέσεις νέων εντάξεων.

Προφανώς και απευθυνόμαστε σε μια ευρεία γκάμα πολιτών που είναι λάθος όμως να τους θεωρούμε ως δανεικούς ψηφοφόρους. Δεν είναι ιδιοκτησία μας, μπορεί να αλλάξουν, αλλά και δεν είναι ψήφοι με «υποσχετική από το ΠΑΣΟΚ, σε συνθήκες μάλιστα βαθιάς κρίσης της πολιτικής εκπροσώπησης.

Το 31,5%, αν μάλιστα το συγκρίνουμε με το 24% των ευρωεκλογών, αποτελείται από πολλές ψυχές. Ένα τμήμα είναι αντιδεξιοί ψηφοφόροι, ένα άλλο αριστεροί κυρίως της μεταπολιτευτικής γενιάς και των πολλαπλών παραδόσεών της, και ένα άλλο (το 37% στις νεότερες ηλικίες) είναι νέοι που επιλέγουν την αριστερά αναζητώντας όχι μόνο λύσεις αλλά και ένα ισχυρό μήνυμα ζωής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν έχει ανάγκη από αμφίπλευρη διεύρυνση, από ένα τόξο δυνάμεων που θα προσδιορίζεται από τον χώρο τον αντι-νεοφιλελεύθερο και αντι-εθνικιστικό του προοδευτικού Κέντρου ως τα χιλιάδες παιδιά μιας διάχυτης αμφισβήτησης, που παραμένει όμως μακριά από τη βία.

Σε κάθε γειτονιά, υπάρχουν πολλές κοινωνικές συλλογικότητες με τις οποίες πρέπει να αποκτήσουμε επικοινωνία, όχι απαραίτητα για να τους εντάξουμε στο κόμμα, αλλά για να διαμορφώσουμε ένα συνεχές από κοινωνικές και πολιτικές ευαισθησίες, τόσο αναγκαίο για να αντιμετωπίζουμε τη διάχυση του κοινωνικού συντηρητισμού στην καθημερινότητα.
Πρέπει λοιπόν αν απευθυνθούμε σε όλες αυτές τις συλλογικότητες, επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο, εκτός των άλλων, και την «κοινωνική γείωση» του κόμματος.

Ένα τέτοιο κόμμα θα μπορεί να διαμορφώνει ενιαία ταυτότητα σε διαφορετικής προέλευσης κοινωνικές δυνάμεις και άτομα, χωρίς να διαλύεται στην αμορφία του πολυσυλλεκτισμού. Και να λειτουργεί δημοκρατικά στο εσωτερικό του αλλά και στις σχέσεις του με την κοινωνία.

Δηλαδή, να αναγνωρίζεται η «λαϊκή κυριαρχία» του μελών του, να λειτουργεί με συντεταγμένες δημοκρατικές διαδικασίες, μακριά από τα πρότυπα του χρεοκοπημένου μεταπολιτευτικού αρχηγικού δικομματισμού, και τη δημιουργία κυκλωμάτων εξουσίας και πελατειακών δικτύων.

Χρειαζόμαστε ένα κόμμα διακυβέρνησης και ταυτόχρονα αγώνα. Ως αντιπολίτευση μπορούμε να δώσουμε επιτυχείς εξετάσεις. Αυτό το νόημα εκτός των άλλων είχε η παρέμβασή μας στην ΑΣΟΕΕ και στη Βουλή.

Να στείλουμε το μήνυμα ότι δεν κάνουμε αντιπολίτευση με δηλώσεις και αναρτήσεις στο facebook, κάτι σαν iANTIPOLITEFSI, αλλά με αυτοπρόσωπη παρουσία των μελών και των στελεχών μας στους αγώνες που αυτή την περίοδο μπορούν να εκδηλωθούν ως απάντηση στις αγριότητες της κυβερνητικής πολιτικής. Μετά τα εργασιακά, η Παιδεία επιλέγεται από την κυβέρνηση ως προνομιακός χώρος αντιμεταρρυθμίσεων. Αυτό το νόημα της θεσμικής και αγωνιστικής παρέμβασης έχει και η παρουσία μας στον Πειραιά όπου υποδεχόμαστε τους πρόσφυγες.

Μας λένε: με αυτές τις πρωτοβουλίες γίνεστε ξανά κόμμα του 3%! Πρόκειται για ευσεβείς πόθους του συστήματος. Ανέχονται το πολύ πολύ να υπάρχουμε ακίνητοι, «ευπρεπείς» φυλακισμένοι σε μια πολιτική γυάλα, αναμένοντας να σαπίσει το φρούτο της κυβέρνησης.

Δηλαδή μας περιορίζουν στο ρόλο μιας αντιπολίτευσης στο πλαίσιο του συστήματος, άλλη μια εκδοχή του κόμματος της «κανονικότητας». Αλλά οι στόχοι που θέτουμε και η ικανότητά μας να εμπνεύσουμε δημοκρατικό ενδιαφέρον και λαϊκές κινητοποιήσεις αφορούν τη μεγάλη πλειοψηφία. Για αυτό έχει σημασία να είμαστε ένα κόμμα διακυβέρνησης και ταυτόχρονα αγώνα.

Μπορούμε να πετύχουμε ένα τέτοιο κόμμα; Νομίζω πως ναι, σταδιακά, εφόσον με ειλικρίνεια μιλήσουμε όλοι για το τι επιδιώκουμε.

* Ομιλία Νίκου Φίλη στην εκδήλωση της εφημερίδας “Εποχή” (13 Νοεμβρίου 2019)
____________________
*  Ο Νίκος Φίλης είναι δημοσιογράφος, πολιτικός και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ. Διετέλεσε υπουργός Παιδείας από τις 23 Σεπτεμβρίου του 2015 μέχρι και τις 5 Νοεμβρίου του 2016.

Επανεκλέχθηκε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ στις εθνικές εκλογές της 7ης Ιουλίου 2019.