Ασφαλής και Μη-Ασφαλής Συναισθηματικός Δεσμός / Βάλια Μαστοροδήμου

Είδαμε, ήδη, ότι η θεωρία του Συναισθηματικού Δεσμού αναφέρεται στη σχέση του βρέφους με τον πρωταρχικό φροντιστή του (τη μητέρα συχνότερα) και με τους άλλους ανθρώπους που το φροντίζουν.    

Η ανταποκρισιμότητα στις ανάγκες του βρέφους τού δημιουργεί το αίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης ότι οι άλλοι είναι εκεί για αυτό.

Έτσι, διαμορφώνεται σιγά-σιγά η βάση για τη συναισθηματική του ανάπτυξη και την όλη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του.

Μία ασφαλής βάση τού δίνει τη δυνατότητα να ρυθμίζει τα συναισθήματά του και να προχωρήσει στην εξερεύνηση του κόσμου. Τα ερευνητικά και κλινικά δεδομένα δείχνουν, επίσης, ότι τα παιδιά με ασφαλή συναισθηματικό δεσμό αναπτύσσουν μεγαλύτερη αυτοεκτίμηση, διαχειρίζονται αποτελεσματικότερα το στρες, συνδέονται καλύτερα με τους άλλους στην παιδική, την εφηβική και την ενήλικη ζωή τους.

Amanda Greavette

Ήδη από τις πρώτες κλινικές έρευνες της Mary Ainsworth, φάνηκε ότι η μητρική φιγούρα στις περιπτώσεις ανάπτυξης ασφαλούς δεσμού ήταν συναισθηματικά διαθέσιμη, ζεστή και με ανταπόκριση προς το βρέφος. Έτσι, εκείνο είχε εμπιστοσύνη στην ικανότητα της μητέρας/του γονιού/του φροντιστή να διαχειρίζεται τα συναισθήματα και μπορούσε να τα εκφράζει όλα, χωρίς να καταπιέζει τα δυσφορικά/αρνητικά.

Οι ίδιες έρευνες αποκάλυψαν και δύο άλλους τύπους αλληλεπίδρασης, δύο τύπους μη ασφαλούς δεσμού.

– Αποφευκτικός δεσμός: Αυτά τα βρέφη μοιάζουν αδιάφορα προς τη μητέρα, σα να μην τα αφορά αν είναι παρούσα ή όχι και, αν αυτή φύγει και επιστρέψει, μπορεί να την αποφεύγουν. Αυτή η συναισθηματική αποφυγή και απόσταση γίνεται ο τρόπος τους να υπάρχουν στον κόσμο και αργότερα: γίνονται άκαμπτα, δε συνδέονται, κάποιες φορές εχθρικά και επιθετικά. Παραιτούνται ή μουτρώνουν, όταν προσπαθούν να επιλύσουν κάποιο πρόβλημα. Οι μητέρες/γονείς/φροντιστές εδώ βιώνουν δυσφορία και θυμό (γενικά και προς το βρέφος), δεν είναι ανθεκτικές και κάποιες φορές είναι τιμωρητικές.

Τα παιδιά καταπνίγουν τα συναισθήματά τους, προκειμένου να μην απορριφθούν από εκείνη/τους γονείς/το φροντιστή και να μείνουν κοντά τους. Παύουν να αποζητούν βοήθεια.

– Αμφιθυμικός δεσμός: Αυτά τα βρέφη δεν ανακουφίζονται εύκολα. Στη διάρκεια του παιχνιδιού παρουσία της μητέρας, μοιάζουν προσκολλημένα σε αυτήν και δεν παίζουν. Αν φύγει και επιστρέψει, τότε «παλατζάρουν» ανάμεσα στην προσκόλληση και την οργισμένη αντίσταση. Τα μωρά εδώ αποζητάνε τη σχέση με τη μητέρα/φροντιστή που είναι, όμως, ασυνεπής και με αλλαγές στη διάθεση. Έτσι, το βρέφος επικεντρώνεται στη δική της συμπεριφορά και δεν αναπτύσσει εμπιστοσύνη στην ανταπόκρισή της. Μεγαλώνουν ως παιδιά μαζεμένα, αποσυρμένα, με φτωχές διαπροσωπικές δεξιότητες.

– Από την ερευνήτρια της ίδιας ομάδας, Mary Main, περιγράφηκε ένας τρίτος τύπος ανασφαλούς δεσμού, που είναι ο πιο επιβαρυντικός: ο αποδιοργανωμένος. Η μητέρα/φροντιστής δεν είναι φιγούρα φροντίδας, μα προκαλεί φόβο στο βρέφος. Συχνά σε αυτές τις οικογένειες υπάρχει κακοποίηση/παραμέληση ή οι μητέρες έχουν βιώσει ανεπίλυτα τραύματα. Τα βρέφη κατακλύζονται από άγχος ή αποσυνδέονται μοιάζοντας παγωμένα, χωρίς έκφραση. Ως παιδιά, διατηρούν την αποσύνδεση ως αμυντικό μηχανισμό, αναπτύσσουν μία στάση ελεγκτική και επιθετική.

Είπαμε ότι όλα αυτά ενδοβάλλονται ως πρότυπα και για τις μετέπειτα σχέσεις μας. Άρα πρόκειται για μία αναπόδραστη «μοίρα»; Παρότι μπορεί να είναι μία απαιτητική διαδικασία, όχι.

Θετικές εμπειρίες στη μετέπειτα ζωή μπορούν να επηρεάσουν «διορθωτικά» αυτά τα πρότυπα. Η ψυχολογική υποστήριξη και η ψυχοθεραπεία συμβάλλουν καθοριστικά, αφού λειτουργούν ως επανορθωτικές εμπειρίες που αποκαθιστούν την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη στο σχετίζεσθαι.

Βάλια Μαστοροδήμου
Ψυχολόγος MSc
Συμβουλευτική & Ψυχοθεραπεία ενηλίκων, παιδιών, εφήβων, οικογένειας
Facebook page: https://www.facebook.com/ValiaEnDynamei