Έργα για τσέλο & πιάνο από τους Σφέτσα και Θωμόπουλο

Μπήκε τελικά και το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στον χορό των δωρεάν διαδικτυακών μεταδόσεων. Προσφέρει συναυλίες σε «ζωντανή» μετάδοση σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, τις οποίες στη συνέχεια αναρτά στην «ανοιχτή» σελίδα του στο Facebook, δίνοντας πρόσβαση στον καθένα.  

Σε αυτό το πλαίσιο, στις 23 Νοεμβρίου δόθηκε ρεσιτάλ μουσικής δωματίου του τσελίστα Κωνσταντίνου Σφέτσα και του πιανίστα Στέφανου Θωμόπουλου.

Eπαιξαν δύο από τις γνωστότερες σονάτες για τσέλο και πιάνο, την πρώτη του Μπραμς και τη μόνη του Ραχμάνινοφ, καθώς επίσης δύο έργα Ελλήνων συνθετών, τον «Σπορέα», που ο Γιώργος Χατζημιχελάκης συνέθεσε φέτος, με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων συνεργασίας του Σφέτσα με την πιανίστρια Νέλλη Σεμιτέκολο, και τη «Μουσική των 11 ημερών» του Κυριάκου Σφέτσα, θείου του τσελίστα.

Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο ότι το απαιτητικό είδος της μουσικής δωματίου επιστρέφει, έστω κι έτσι, στη μουσική μας ζωή.

Σε μια χώρα που εδώ και χρόνια δεν υπάρχει πλέον ούτε ένα κουαρτέτο εγχόρδων το οποίο σε σταθερή βάση να υπερασπίζεται αυτό το μη εμπορικό είδος, δίνοντας τακτικές συναυλίες σε κοινό, και όπου επίσης κανένας θεσμός ή οργανισμός δεν αισθάνεται πως πρέπει να υποστηρίξει τη σταθερή λειτουργία ενός τέτοιου σχήματος, αν μη τι άλλο, για την ανάπτυξη και το μέλλον της κλασικής μουσικής στον τόπο, είναι παρήγορο που κατά διαστήματα κάποιοι μουσικοί αποφασίζουν να εκτεθούν και να υπερασπιστούν τα έργα αυτής της κατηγορίας.

Το πρώτο που έκανε εντύπωση ακούγοντας το ρεσιτάλ ήταν ο ήχος και η ακουστική, ελάχιστα αντάξια του ηχογραφικού κέντρου του Μεγάρου, άλλοτε ενός από τα καλύτερα της Ευρώπης.

Τα μικρόφωνα έμοιαζε να εστιάζουν στο τσέλο. Eτσι, αφενός ο ήχος του εγχόρδου δεν είχε τον απαραίτητο χώρο ώστε να αναπτυχθεί, με αποτέλεσμα να ακούγεται στεγνός, και αφετέρου το πιάνο έμενε συχνά σε δεύτερο επίπεδο.

Η επιλογή αυτή αντέβαινε, επιπλέον, στις προθέσεις των συνθετών. Ειδικά στις δύο σονάτες ρεπερτορίου το πιάνο είναι ισότιμος συνομιλητής – o Μπραμς δεν επιθυμούσε σε καμία περίπτωση να το περιορίσει σε ρόλο «συνοδού».

Ως προς αυτό είναι σημαντικό ότι ο Σφέτσας είχε δίπλα του έναν τόσο καλό και συνεργάσιμο πιανίστα όσο ο Στέφανος Θωμόπουλος, ο οποίος βρισκόταν σε διαρκή διάλογο μαζί του.

Στη δε περίπτωση της Σονάτας του Ραχμάνινοφ, ο Θωμόπουλος αξιοποίησε με μεγάλη εκφραστικότητα την αρχή του τρίτου μέρους, που του προσφέρει ο πιανίστας – συνθέτης.

Συνέχισε ο Σφέτσας με ανάλογα ποιητική διάθεση και αίσθηση της πλαστικότητας των μελωδικών φράσεων, στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση του Ραχμάνινοφ, ώστε αφενός να αποφευχθεί η υπερβολή συναισθήματος, αφετέρου να δικαιωθούν ο συνθέτης και η γραφή του.

Τα δύο έργα των Ελλήνων συνθετών προσέφεραν ευχάριστη αντίστιξη ανάμεσα στις δύο μεγάλες σονάτες.

Ο «Σπορέας» του Χατζημιχελάκη προσέφερε μία ακόμη ενδιαφέρουσα μετα-ματιά στην ελληνική παραδοσιακή μουσική, ενώ το έργο του Σφέτσα, εμφανώς επηρεασμένο από τις πηγές έμπνευσης του Πιατσόλα όσο και την επεξεργασία τους από τον Αργεντινό συνθέτη, σημειακά έκλεινε το μάτι στην παράδοση της Ανατολικής Μεσογείου.

Αναδημοσίευση από την Καθημερινή/ Νίκος Α. Δοντας