Επέτειος 25ης Μαρτίου 1821:  οι πρόγονοί μας έκαναν το χρέος τους, τώρα, η δική μας σειρά.

Η διαχρονική συνήθεια των Ελλήνων να ‘πανηγυρίζουν’ τους σημαντικούς σταθμούς του παρελθόντος δεν μπορεί παρά να ισχύει και για την επανάσταση του 1821, δεδομένου ότι αποτέλεσε ποικιλοτρόπως τον ακρογωνιαίο λίθο του ελληνικού κράτους.  Ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας αυτού του έπους, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή απ’ όσους είμαστε στη μέση ηλικία, δεδομένου ότι έχουμε την ευθύνη να προετοιμάσουμε  νέους  ικανούς να διαβούν τις δικές τους συμπληγάδες.   

Ευάγγελος Γούμενος
Διευθυντής 2ου Γενικού Λυκείου Παλλήνης

Το κύρος της φράσης του Ευριπίδη «ευτυχισμένος αυτός που γνωρίζει την ιστορία» περιορίζεται στις μέρες μας από το γεγονός πως για τις πράξεις του παρελθόντος υφίστανται διαφορετικές αφηγήσεις και εκτιμήσεις, πως σε δυσχερείς περιόδους οι άνθρωποι και ιδιαίτερα οι νέοι απορρίπτουν συλλήβδην ό,τι υφίσταται, από το γεγονός ακόμη   πως την εποχή του διαδικτύου  ο καθείς μπορεί και διαβάζει ανέλεγκτες απόψεις.           

Πράγματι,  πολλοί προβάλουν το γεγονός πως κάποιοι Έλληνες συνεργάζονταν με τους Οθωμανούς και πως κάποιοι αγωνιστές του ‘21 πάσχιζαν πιο πολύ για το συμφέρον τους παρά για την πατρίδα τους. Ενημερώνονται ακόμη πως οι πρόγονοί τους πριν καν  ελευθερωθούν σήκωσαν οι μισοί τα όπλα εναντίον των άλλων μισών. Όλα αυτά είναι αλήθεια και δεν έχει κανένα νόημα να τα αρνούμαστε,  οδηγούμενοι σε λογοκρισία της ιστορίας. Η σημερινή τάση αποδόμησης  των πάντων, που οδηγεί στην αθώωση και ταυτόχρονα στην αγιοποίηση της όποιας επιλογής, έρχεται απλά να ενισχύσει τις συνέπειες της απόκρυψης της μισής αλήθειας.

Το χρέος και η αξιολόγηση της κάθε γενιάς

Στον αντίποδα των προαναφερθέντων γεγονότων θα μπορούσε κανείς να σημειώσει  πως η Μπουμπουλίνα έδωσε όλη της την περιουσία για την επανάσταση και ότι ο Διάκος  προτίμησε να τον σουβλίσουν παρά να αλλαξοπιστήσει. Ότι ο Νικηταράς πέθανε πάμπτωχος στον Πειραιά το 1849, ή ότι, όπως μνημονεύει  ήδη από το 1823 ο Φοριέλ, οι Σουλιώτισσες έσυραν τον χορό της αξιοπρέπειας πρωτού κατακρημνιστούν στον Ζάλογγο. Αν το χρέος και η αξιολόγηση της κάθε γενιάς προέκυπτε από την αριθμητική υπεροχή ηρωικών ή λιπόψυχων πράξεων θα είχε νόημα μια τέτοια αντιπαράθεση περιστατικών.

 Στην κοινωνία, όμως, υπάρχουν ταυτόχρονα και ο Εφιάλτης και ο Λεωνίδας και ο Πήλιος Γούσης και ο Μάρκος Μπότσαρης.  Η διαφορά είναι πως οι πρώτοι παραμένουν στην ιστορία σαν παράδειγμα αποφυγής, ενώ οι δεύτεροι σαν πρότυπο προσφοράς και θυσίας. Το ζητούμενο είναι με ποιες αρχές και αξίες πορευόμαστε. Αν προκρίνουμε τον ωφελιμισμό ή τον αλτρουισμό. Αν ασπαζόμαστε  τη χαμέρπεια ή την αξιοπρέπεια, άσχετα με τον τρόπο που ο καθένας την επιδιώκει.

Το ζητούμενο είναι η ανεύρεση της ενοποιού δύναμης, που όχι απλά υπερνικά τον ατομικισμό, αλλά, πολύ περισσότερο, διασφαλίζει τη συνέχεια ενός έθνους. Γιατί ακόμη κι αν δεχτούμε  πως βασικό ζητούμενο σε μια σύγχρονη κοινωνία είναι η ανεκτικότητα και η παραδοχή του διαφορετικού, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα εθνικά επιτεύγματα είναι συλλογικά δημιουργήματα, τουτέστιν υφίσταται ένα κοινά αποδεκτό σημείο αναφοράς ακόμη και μεταξύ αυτών που διαφωνούν.

Χωρίς φόβο να δούμε όλη την εικόνα της συγκεκριμένης εθνικής μας περιόδου

Πολύ πρώιμα, ο Αισχύλος μάς δίνει μια πρώτη απάντηση για το είδος αυτής της υπέρτατης δύναμης.  Τη νίκη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας εμείς αποδίδουμε στην ανδρεία των Αθηναίων, των Λακεδαιμονίων, των Κορινθίων και λοιπών πόλεων-  κρατών. Ο Αισχύλος, σύγχρονος των γεγονότων, διαφωνεί και συμπυκνώνει  την άποψή του στη φράση: «εμπρός τέκνα των Ελλήνων ελευθερώστε την πατρίδα, τα παιδιά και τις γυναίκες σας, ελευθερώστε τους βωμούς των θεών και τα μνήματα των πατέρων σας. Νυν υπέρ πάντων αγών».

Παρελθόν, παρόν και μέλλον σχηματίζουν μια συνεχή αλυσίδα στη σκέψη του ποιητή, η μια γενιά γίνεται κριτής της άλλης, το πρόσκαιρο ατομικό εξαφανίζεται μπροστά στο διαχρονικό συλλογικό. Ο Αισχύλος δε μιλά για Αθηναίους ή Λακεδαιμόνιους,  για τον Θεμιστοκλή ή τον Ευρυβιάδη, μιλά για Έλληνες, μιλά για τη δύναμη της πίστης σ’ αυτό που ονομάζουμε κοινή πατρίδα. Μιλώντας, λοιπόν για το 1821 πρέπει να αποφύγουμε τον κίνδυνο να απαριθμήσουμε απλά ριψάσπιδες κι αγωνιστές. Πρέπει χωρίς φόβο να δούμε όλη την εικόνα της συγκεκριμένης εθνικής μας περιόδου.

Οι κάποιες ισορροπίες ανάμεσα σε Οθωμανούς και Ρωμιούς

            Η 25η  Μαρτίου 1821, που οδήγησε στη συγκρότηση για πρώτη φορά ευρωπαϊκού εθνικού κράτους μετά από επανάσταση, δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν το αποτέλεσμα  διεργασιών τις οποίες δεν πρέπει να λησμονούμε, αν επιθυμούμε να αντλήσουμε διδάγματα ωφέλιμα για την αντιμετώπιση των σημερινών εθνικών δυσχερειών. Δε θα πρέπει, κατ’ αρχάς, να θεωρούμε πως το διάστημα 1453 – 1821 αποτελεί νεκρό χρόνο για τους υπόδουλους προγόνους μας, επειδή βασικό μέλημά τους ήταν η επιβίωση. Σε ένα περιβάλλον αλλόθρησκης πολιτικής εξουσίας, οι Ρωμιοί αντιπάλευαν μύρια προβλήματα, με βασικότερα αυτά των φόρων, του παιδομαζώματος και των βίαιων, συχνά, εξισλαμισμών.

Απέναντι σ’ αυτούς τους κινδύνους οι υπόδουλοι συσπειρώθηκαν γύρω από τη θρησκεία τους, εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο το αυτοδιοικητικό πολιτικό σύστημα των Οθωμανών και αναρριχήθηκαν, χάρη στη μόρφωση τους, στα ύψιστα πολιτικά αξιώματα. Οι εξελίξεις αυτές είχαν διαμορφώσει κάποιες ισορροπίες ανάμεσα σε Οθωμανούς και Ρωμιούς, οι οποίες εξασφάλιζαν μεν την επιβίωση των δεύτερων, σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν ήταν ικανές να τους οδηγήσουν στην ελευθερία, παρά την ιδιότυπη δράση των Κλεφτών και τα σαράντα και πλέον κινήματα που καταγράφονται την περίοδο Οθωμανοκρατίας και Φραγκοκρατίας.

Στη διαιώνιση αυτής της κατάστασης συνέβαλε και η πολιτική του διαίρει και βασίλευε που εφάρμοσαν οι Οθωμανοί, δίνοντας δικαιώματα στην εκκλησία και στους τοπικούς άρχοντες.   

Η χριστιανική θρησκευτική ταυτότητα διατήρησε την ιδιαιτερότητα των υπόδουλων Ρωμιών       

Για να μην ανακυκλώνεται στη σκέψη πολλών το θέμα της στάσης διαφόρων φορέων και προσώπων την περίοδο της τουρκοκρατίας, αλλά και της ελληνικής επανάστασης, ας το ξεκαθαρίσουμε: Η διερεύνηση μιας περιόδου και του ρόλου των πρωταγωνιστών της πρέπει να γίνεται νηφάλια  και όχι με στόχο τη δημιουργία εντυπώσεων. Όχι  με αναχρονιστικά κριτήρια, αλλά βάσει των ισχυόντων σε κάθε περίσταση.

Για παράδειγμα, από διάφορους κληρικούς το πλήθος των εξουσιών και δικαιωμάτων που είχε η εκκλησία  χρησιμοποιήθηκαν συχνά αξιόμεμπτα, όπως, π.χ. οικονομική εκμετάλλευση ή αφορισμοί. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε πως την περίοδο αυτή δεν υφίστατο η έννοια της πατρίδος με την έννοια που σήμερα της αποδίδουμε. Καθοριστικό γνώρισμα των ανθρώπων ήταν η θρησκεία και, εν προκειμένω, η εκκλησία, όπως λέει ο μελετητής της περιόδου καθηγητής Κιτρομηλίδης, λειτουργούσε ως ‘πολιτεία εν αιχμαλωσία’.

Θα πρέπει, επομένως, να ζυγιάσουμε και το γεγονός πως η χριστιανική θρησκευτική ταυτότητα διατήρησε την ιδιαιτερότητα των υπόδουλων Ρωμιών και, επιπλέον, ότι χάρη στην εκκλησία όχι απλά διατηρήθηκε η ελληνική γλώσσα, αλλά εξαπλώθηκε, μετατρεπόμενη σε επίσημη γλώσσα όλων των υπόδουλων χριστιανών.  Όσον αφορά στους προεστούς, πράγματι, πολλοί από αυτούς πλούτισαν εις βάρος των απλών ανθρώπων, όπως και αρκετοί αρματολοί. Μη λησμονούμε, σχετικά, πως η κοινωνική συνοχή είναι το ζητούμενο και όχι το δεδομένο, πως οι κοινωνικές αντιπαλότητες αποτελούν διαχρονικό γνώρισμα της ελληνικής ιστορίας, και τον πιστότερο, ίσως, μηχανισμό κατανόησης της ανθρώπινης πορείας.

Σημειωτέον, ακόμη,  ότι τα περισσότερα από αυτά τα πρόσωπα πρωτοστάτησαν κατά την επανάσταση, χωρίς, βέβαια, αυτή η ενέργειά τους να λειτουργεί σαν συγχωροχάρτι για τον πρότερο ή μεταγενέστερο βίο τους. Ο καθείς κρίνεται από τις αρχές που υπηρετεί κάθε στιγμή.

            Για να συνεχίσουμε την αφήγησή μας,  ο σπόρος της  λευτεριάς  άρχισε να ζεσταίνεται μετά το 1750, ως συνισταμένη πολλών παραγόντων, με βασικότερο αυτόν του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Οι άνθρωποι δεν προσδοκούν πλέον, αλλά διεκδικούν. Δεν αναμένουν, αλλά αναζητούν. Δεν αποδέχονται τίποτε που δεν μπορεί να αποδειχθεί. Αποδίδουν την κοινωνική και πολιτική κατάσταση, όχι σε θείο σχέδιο, αλλά σε ανθρώπινες επιλογές και συμφέροντα.

Και ακόμη – ακόμη, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός επαναξιολογείται και γίνεται γνωστός στους υπόδουλους από εγχειρίδια περιηγητών και μελέτες Ευρωπαίων ιστορικών. Ως αποτέλεσμα, στις παροικίες της Ευρώπης, όπως στη Βιέννη, τη Βενετίας και την Οδησσό, ιδρύονται ελληνόγλωσσα σχολεία και οι απόδημοι Ρωμιοί αρχίζουν να αποκτούν ελληνική εθνική ταυτότητα.

Το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού

Για μια ακόμη φορά επιβεβαιώνεται η φράση του αρχαίου Ισοκράτη «Έλληνες θεωρούνται πολύ περισσότερο όσοι έχουν την ίδια παιδεία μ’ εμάς, παρά την ίδια καταγωγή».  Παράλληλα, στη Βαλκανική και τη Μικρά Ασία, όπως στο  Βουκουρέστι,  στο Μοναστήρι, στα Γιάννενα και στη Σμύρνη, οι πλούσιοι ελληνόφωνοι αισθάνονται χρέος τους πρωταρχικό την ίδρυση σχολείων και την προώθηση της θύραθεν παιδείας, με έμφαση μάλιστα στις φυσικές επιστήμες, αλλά και στην αρχαιογνωσία.

Οι μορφωμένοι υπόδουλοι αισθάνονται σαν να ανακάλυψαν την πατρογονική τους ρίζα. Ενδεικτικό  είναι το γεγονός πως δίνουν στα παιδιά  τους αρχαία ελληνικά ονόματα, αλλά και το γεγονός πως οι Γάλλοι του Μ. Ναπολέοντα ξεσηκώνουν τους Επτανήσιους αναφέροντάς τους την ισχύ και τα κατορθώματα των αρχαίων Αθηναίων και Σπαρτιατών προγόνων τους. Διαμορφώνεται μ’ όλα αυτά και εξαπλώνεται το κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με πρωτεργάτες, ανάμεσα σε πολλούς,  τον Βούλγαρη, τον Μοισιόδακα,  τον Σταγειρίτη και τον Κοραή, που έθεσε σκοπό της ζωής του να γνωρίσουν οι σύγχρονοι Έλληνες τους Αρχαίους προγόνους τους. Μια τρίτη συνιστώσα που οδήγησε στην επανάσταση ήταν η οικονομική ανάπτυξη των υπόδουλων.

Εκμεταλλευόμενοι διακρατικές συνθήκες και διεθνείς καταστάσεις, οι υπόδουλοι Έλληνες απέκτησαν αξιόλογο εμπορικό στόλο, και μάλιστα  καράβια οπλισμένα,  λόγω της πειρατείας. Κι ακόμη, καραβάνια από τη βόρεια Ελλάδα διασχίζουν τα Βαλκάνια και την κεντρική Ευρώπη πηγαίνοντας προϊόντα και φέρνοντας χρήματα. Παράλληλα, όμως, ναυτικοί και έμποροι γνωρίζουν, αποδέχονται, μεταφέρουν και διαδίδουν στα Βαλκάνια τα μηνύματα για ελευθερία, ισότητα και εδαφική εθνική υπόσταση.

Ύψιστη η προσφορά της Φιλικής Εταιρίας

Χωρίς να λησμονούμε τους εμπειροπόλεμους Κλέφτες και Αρματολούς, που αποτέλεσαν τον βασικό κορμό των ενόπλων σωμάτων των επαναστατών, δεν μπορούμε παρά να αναφερθούμε στο καθοριστικό έργο της Φιλικής Εταιρίας.

Τα   ατελέσφορα κινήματα των Ελλήνων μετά από  κάθε υποκίνηση των δυτικών, όπως αυτό με τον Διονύσιο Σκυλόσοφο, και άλλοτε των Ρώσων, όπως με τον Κατσώνη, οδήγησε στο συμπέρασμα πως χωρίς να παραγνωρίζεται ο ρόλος των Μεγάλων Δυνάμεων, ένας αποτελεσματικός ξεσηκωμός δεν μπορούσε παρά να στηρίζεται στους ίδιους τους Έλληνες.

Η έμπρακτη εφαρμογή αυτής ακριβώς της ιδέας είναι η ύψιστη προσφορά της Φιλικής Εταιρίας, με πρωταγωνιστές τον Σκουφά, τον Τσακάλωφ και τον Ξάνθο. Ένωσε κάτω από τον κοινό σκοπό της απόκτησης ελληνικού εθνικού κράτους κοινωνικές ομάδες με, συχνά, αντικρουόμενα συμφέροντα.

            Η δημιουργία από τη Φιλική Εταιρεία ενός  διάσπαρτου στη Βαλκανική δικτύου επαναστατικών πυρήνων συνέβαλε τα μέγιστα στην εκδήλωση και την επικράτηση της επανάστασης. Το σύνθημα της  εξέγερσης έδωσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης τον Φεβρουάριο του 1821 από τη Μολδοβλαχία, με στόχο τον ξεσηκωμό όλων των Βαλκανίων, όπως ονειρευόταν ο Ρήγας Βελεστινλής.

Τα οφέλη  ήταν πολλαπλά για την ελληνική υπόθεση από την επιλογή αυτή, μολονότι στη συγκεκριμένη περιοχή το κίνημα κατεστάλη  εύκολα.

Κατ’ αρχάς, έγινε κατανοητό πως δεν ήταν ώριμη η κατάσταση για μια παμβαλκανική εξέγερση, και έτσι ο ξεσηκωμός του ‘21 απέκτησε αποκλειστικά ελληνικό χαρακτήρα.

Δεύτερο,  όπως δηλώνει η φράση αγώνας «υπέρ πίστεως και πατρίδος», οι Έλληνες απόκτησαν εθνική ταυτότητα, χωρίς να απεμπολήσουν την προηγούμενή τους ταυτότητα, τη θρησκευτική.

Τρίτο, επιχειρήθηκε η σύνδεση νεοελλήνων και αρχαιοελλήνων αγωνιστών, με τον Ιερό Λόχο του Ιασίου να παραπέμπει στον Ιερό Λόχο του Επαμεινώνδα των αρχαίων Θηβών.

Τέταρτο, ο ξεσηκωμός  οδήγησε τους Οθωμανούς Τούρκους στη μετακίνηση στρατευμάτων προς τα βόρεια,  από τον φόβο ενός νέου ρωσοτουρκικού πολέμου, παρά  την επίσημη διαβεβαίωση της Ρωσίας. Αυτό ακριβώς το στοιχείο, έστω σε επικοινωνιακό επίπεδο, βοήθησε τη Φιλική Εταιρία που διακήρυσσε «κινηθείτε και θέλετε ιδεί μια μεγάλη αυτοκρατορία να υπερασπίζεται τα δίκαιά μας».

Αλυσιδωτά  τα επαναστατικά κινήματα σε όλο τον ελλαδικό χώρο

Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, με μπροστάρη τον Παπαφλέσσα εκδηλώθηκαν αλυσιδωτά  επαναστατικά κινήματα σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Στην Πελοπόννησο, στη Στερεά Ελλάδα, στην  Κρήτη, την  Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, κι ακόμη στα νησιά του Αιγαίου. Η φλόγα της λευτεριάς δεν έχει πια σταματημό.

            Μολαταύτα, ο αγώνας μόλις άρχιζε και η αμέσως επόμενη σκηνή ήταν τα πρώτα αντίποινα από τους  Οθωμανούς. Προληπτικές σφαγές Ελλήνων σε μέρη που δεν είχαν ακόμη ξεσηκωθεί, όπως στην Κύπρο, στη Σμύρνη και στην Κωνσταντινούπολη, όπου βρήκε το θάνατο δι’ απαγχονισμού και ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, μολονότι είχε πειθαναγκαστεί να αφορίσει το ξεκίνημα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία από τη Φιλική Εταιρεία, τη δράση της οποίας, σημειωτέον, γνώριζε τουλάχιστον από το 1818.

            Όμως, η ροή του ποταμού δεν μπορούσε  να αναστραφεί, όσο και αν αυξανόταν η θηριωδία των Τούρκων, όπως για παράδειγμα με την ολοκληρωτική καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών ή τη σφαγή 30.000 κατοίκων της Χίου. Χάρη στη στρατηγική ικανότητα πολεμάρχων, όπως του Κολοκοτρώνη, του Καραϊσκάκη, ή του Κανάρη, την αυτοθυσία άλλων, όπως του Διάκου ή του Παπαφλέσσα, αλλά και τον αμνημόνευτο θάνατο χιλιάδων απλών ανδρών και γυναικών, οι Έλληνες έκαναν πράξη για τους ίδιους και παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές τον στίχο του Ρήγα «καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή».

Υπάρχει και μια άλλη αξιοθαύμαστη πλευρά της επανάστασης, σχετική με τη διεθνή κατάσταση. Η έκρηξη της επανάστασης βρίσκει την Ευρώπη να κυριαρχείται από τον πολιτικό συντηρητισμό. Ήδη από το 1815 οι Μεγάλες Δυνάμεις έχουν δηλώσει την κατηγορηματική τους αντίθεση σε κάθε ενέργεια που θα έθετε σε κίνδυνο την ισχύουσα κατάσταση. Έτσι, κατέστειλαν άμεσα τα  επαναστατικά κινήματα του 1821 στην Ιταλία και την Ισπανία.

Αρχικά οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν αντίθετες και στην ελληνική επανάσταση και δεν απουσιάζουν  περιστατικά κατάληψης ελληνικών πολεμικών πλοίων από αντίστοιχα των Μεγάλων Δυνάμεων. Σταδιακά, οι επαναστάτες, έχοντας επίγνωση των συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων, κατόρθωσαν να εκμεταλλευτούν σε τέτοιο βαθμό τις διαφορές τους, ώστε το 1827 οι στόλοι  Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας  διασφάλισαν την ελευθερία της Ελλάδας με τη ναυμαχία στο Ναυαρίνο. Ο λόγος; Η σύμπτωση των συμφερόντων Ελλάδας και Μεγάλων Δυνάμεων.  

«Είμαστε όλοι Έλληνες»

Στη μεταστροφή αυτή των Ευρωπαϊκών δυνάμεων σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και το κίνημα του φιλελληνισμού που στηρίχθηκε στον θαυμασμό του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, στον πολιτικό και κοινωνικό φιλελευθερισμό, στον νέο- κλασικισμό, στον ρομαντισμό και στον χριστιανισμό, κι  ακόμη, στην αγριότητα των Τούρκων και στον ηρωισμό των Ελλήνων.

Ενδεικτικά, ο Άγγλος ποιητής Σέλεϊ έγραφε το 1822: «Η απάθεια των κυβερνώντων του πολιτισμένου κόσμου έναντι του έθνους στο οποίο οφείλουν τον πολιτισμό τους είναι τελείως ακατανόητη. Είμαστε όλοι Έλληνες. Οι νόμοι μας, η λογοτεχνία μας, η θρησκεία μας, οι τέχνες μας, έχουν όλα τις ρίζες τους στην Ελλάδα».

            Υφίσταται όμως και η άλλη, η σκοτεινή πλευρά της ελληνικής επανάστασης. Σχεδόν αμέσως με την έναρξή της, οι κορυφαίοι του αγώνα διαγκωνίζονται και συγκρούονται για την προώθηση του προσωπικού τους συμφέροντος σε τέτοιο βαθμό, ώστε, παράλληλα με την εξιστόρηση της απελευθέρωσης, να μπορούμε να κάνουμε λόγο και για μια άλλη ιστορική αφήγηση, αυτή των εμφυλίων πολέμων των Ελλήνων.

Είναι ενδεικτικό πως την έλευση του Καποδίστρια κάλυπταν οι κανονιοβολισμοί όχι των πανηγυρισμών, αλλά των εμφυλίων συγκρούσεων, τη δε εξόδιο ακολουθία του προκάλεσε η επιθυμία να διατηρήσουν οι τοπάρχες την ισχύ τους έναντι και του ελληνικού κράτους. Οι  εμφύλιες διαμάχες ήταν τόσο συνηθισμένες και προκαλούσαν τόση απογοήτευση, που ο Σολωμός έγραφε «σαν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει λευτεριά».

            Αυτή ήταν η αρχή της ελικοειδούς πορείας του ελληνικού κράτους. Άλλοτε με ηρωικές στιγμές, όπως την περίοδο των βαλκανικών πολέμων ή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και άλλοτε με δυσάρεστα γεγονότα, όπως αυτά των εμφυλίων ή της μικρασιατικής καταστροφής, το πλοίο της Ελλάδας έφτασε ως τα σήμερα, ευρισκόμενο και πάλι σε δυσχερή θέση.

Επειδή κατά τον πλέον αντικειμενικό, ίσως, ιστορικό, τον Θουκυδίδη, δεν επαναλαμβάνεται η ιστορία, αλλά ο ίδιος παράλογος τρόπος με τον οποίο δρουν οι άνθρωποι, μεσούσης της κρίσης μπορούμε να διακρίνουμε και πάλι την έκφανση διιστάμενων συμπεριφορών: κομματικές κορόνες από τη μια και ψίθυροι εθνικής συνεννόησης από την άλλη, κοινωνικός αυτοματισμός και κινήματα αλληλεγγύης, λεκτικό κατακεραύνωμα των ισχυρών κρατών και προσπάθεια σύμπλεξης συμφερόντων, ιδιότυπος  ελληνικός απομονωτισμός και ευρωπαϊκή σύμπλευση.

«Είμαστε στο εμείς και όχι στο  εγώ»

            Το σύνθημα «ελευθερία, ισότητα, αδελφότητα» που διαμόρφωσε τη νεότερη ευρωπαϊκή, και όχι μόνο, ιστορία, παραμένει επίκαιρο. Όσο κι αν αποδομείται το έθνος- κράτος, όπως το γνωρίζαμε, μη λησμονούμε πως η παγκοσμιοποίηση δεν είναι κάτι το πρωτόφαντο. Τηρουμένων των αναλογιών, πρώτος την επιχείρησε ο μέγας Αλέξανδρος, που συνένωσε διιστάμενους πολιτισμούς. Η διαφορά είναι πως όλα γίνονται σήμερα σε μεγαλύτερη έκταση και με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Ο ατομικός βίος, λόγω του πλήθους των ερεθισμάτων, φαντάζει πολύ σύντομος, κι αυτό μας ωθεί συχνά σε ακραίες συμπεριφορές. Μη λησμονούμε, όμως, πως σήμερα μιλάμε για τη διαχρονικότητα του ελληνικού έθνους. Είναι αντίφαση να τιμούμε την θυσία απλών και επωνύμων αγωνιστών του ‘21 και να αγωνιζόμαστε για την ατομική μας ανέλιξη. Η φράση του Μακρυγιάννη  «είμαστε στο εμείς και όχι στο  εγώ» έχει διαχρονική αξία και εξαρτάται από μας η έμπρακτη εφαρμογή της.

            Ακόμη και σε περιόδους επαναστάσεων η συμπεριφορά των ανθρώπων δεν είναι μονόπλευρη. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο Καραϊσκάκης «όταν θέλω γίνομαι άγγελος και όταν θέλω γίνομαι διάβολος». Το ζητούμενο, επομένως, είναι εμείς ποια από τα γεγονότα της 25ης  Μαρτίου θα προκρίνουμε και με ποια κριτήρια. Και αλίμονο αν, για να κατευθύνουμε τους νέους στο αγαθό, τους αποκρύψουμε τη μισή εικόνα.

Η ρήση του Σολωμού «το έθνος πρέπει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» πρέπει να αποτελεί παντοτινό μας οδοδείκτη. Με βάση τις αρχές της φιλαλληλίας και της φιλοπατρίας, της πίστης στη βελτίωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της προσφοράς μπορούμε να οδηγηθούμε στο αγαθό.

Η αισχύλεια φιλοπατρία, αποτελεί τη δύναμη που συνέχει και εμπνέει τους Έλληνες

Οι ήρωες του ’21 δε γεννήθηκαν τέτοιοι. Ήταν άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που πάσχιζαν για την επιβίωσή τους ή την καταξίωσή τους μέσα σε συγκεκριμένο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον. Όταν στην αρχαιότητα οι Πέρσες πρόσβαλαν τα ιδανικά της ελευθερίας και της φιλοπατρίας, οι Έλληνες απάντησαν σωματικά με τον Μαραθώνα και πνευματικά με τον Παρθενώνα. Όταν το ’21 τα ίδια ιδανικά  έκαψαν τα σωθικά τους, πολέμησαν και δημιούργησαν κράτος ελεύθερο.  

Η αισχύλεια φιλοπατρία, λοιπόν, αποτελεί τη δύναμη που συνέχει και εμπνέει τους Έλληνες   σε διαφορετικής μορφής κάθε φορά αγώνες. Αυτό που είναι ανάγκη να συγκρατήσουμε  από το έπος του 1821 είναι πως χωρίς κριτική συμπόρευση με τις σύγχρονες εξελίξεις γινόμαστε παρωχημένοι, χωρίς παιδεία  επιστρέφουμε στον μεσαίωνα, χωρίς γνώση του παρελθόντος μας δεν έχουμε μέλλον, χωρίς ενότητα και διεκδικήσεις εντός ορίων δεν έχουμε αύριο. Οι πρόγονοί μας έκαναν το χρέος τους, τώρα είναι η δική μας σειρά.