Η Αυτοδιοίκηση ασφυκτιά: Χωρίς πόρους, χωρίς προσωπικό, χωρίς αυτοτέλεια (άρθρο Ειρήνης Κουνενάκη)

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση βιώνει σήμερα μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της. Ο θεσμός που βρίσκεται πιο κοντά στον πολίτη ασφυκτιά οικονομικά και θεσμικά, αδυνατώντας να ανακτήσει τον ρόλο που του ανήκει.
Αυτή η πραγματικότητα αποτυπώθηκε καθαρά και στο πρόσφατο Συνέδριο της ΚΕΔΕ στην Αλεξανδρούπολη, όπου κυριάρχησε η εικόνα ενός θεσμού που λειτουργεί στα όριά του — χωρίς επαρκείς πόρους, χωρίς προσωπικό, χωρίς πραγματική αυτοτέλεια.
Οικονομική ασφυξία, χωρίς τέλος
Οι Δήμοι εξακολουθούν να λειτουργούν με δραματικά μειωμένους πόρους. Οι παρακρατηθέντες δεν έχουν αποδοθεί, οι ΚΑΠ παραμένουν καθηλωμένοι και το νέο ενεργειακό και μισθολογικό κόστος δεν καλύπτεται. Δεν αποδόθηκε μερίδιο από το «τέλος ανθεκτικότητας», δεν εγκρίθηκαν οι τρεις δόσεις ΚΑΠ ύψους 468 εκατ. ευρώ, ενώ το Τέλος Ταφής Απορριμμάτων συνεχίζει να επιβαρύνει τους δημοτικούς προϋπολογισμούς.
Την ίδια ώρα, η ΣΑΤΑ (επενδυτικοί πόροι) βρίσκεται στο 12% του επιπέδου του 2010, γεγονός που αποτυπώνει ανάγλυφα τη συρρίκνωση των τοπικών επενδύσεων. Σύμφωνα με την ΚΕΔΕ, η εξάρτηση των Δήμων από τις κεντρικές επιχορηγήσεις αγγίζει το 69%, τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 48% (Πηγή: [ΚΕΔΕ, portal.cor.europa.eu]), ενώ σύμφωνα με το ΙΟΒΕ (2024), οι ελληνικοί Δήμοι διαχειρίζονται μόλις το 2,3% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ είναι 7,1%.
Η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης όσον αφορά την οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ. Οι τοπικές κυβερνήσεις (Δήμοι και Περιφέρειες) διαχειρίζονται μόλις 6,9% των δημοσίων δαπανών και 7,7% των δημοσίων εσόδων (ΟΟΣΑ, Regional Outlook 2023). Δηλαδή, τα δύο χαμηλότερα ποσοστά σε ολόκληρη την Ε.Ε.
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η απάντηση του αρμόδιου Υπουργού κ. Λιβάνιου στο Συνέδριο της Αλεξανδρούπολης, ήταν να καλέσει τους Δήμους να αυξήσουν τα έσοδα από τα ανταποδοτικά τέλη —υποτιμώντας συνειδητά το γεγονός ότι η εισπραξιμότητα των τελών εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών και όχι από τη «θέληση» των Δήμων.
Έλλειψη προσωπικού – υποστελέχωση
Η κατάσταση στους ΟΤΑ , έχει επιδεινωθεί από τη δραματική έλλειψη προσωπικού. Το 43% των Δήμων, σύμφωνα με την ΚΕΔΕ, δεν διαθέτει επαρκείς μηχανικούς ή διοικητικούς υπαλλήλους για να εκτελέσουν έργα ή να ανταποκριθούν σε ευρωπαϊκά προγράμματα.
Οι Δήμοι εξακολουθούν να λειτουργούν με ανεπαρκές και εξουθενωμένο προσωπικό, ιδιαίτερα σε κρίσιμους τομείς όπως η καθαριότητα, η πολεοδομία και οι κοινωνικές υπηρεσίες . Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία εκτέλεσης βασικών λειτουργιών και η εξάρτηση από εργολάβους, πρακτική που υπονομεύει την ίδια την έννοια της δημόσιας υπηρεσίας.
Η μοναδική απάντηση που δόθηκε από τον αρμόδιο Υπουργό για την έλλειψη προσωπικού στους ΟΤΑ ήταν η «απελευθέρωση προσλήψεων από τα ανταποδοτικά τέλη»…
Απουσία ουσιαστικής μεταρρύθμισης
Η επικείμενη αλλαγή του Κώδικα Αυτοδιοίκησης που εξαγγέλθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών αποτελεί περισσότερο κωδικοποίηση του υπάρχοντος πλαισίου, παρά μια συνεκτική ουσιαστική, διοικητική μεταρρύθμιση που θα απαντάει στις πραγματικές ανάγκες.
Η έκθεση του SGI 2024 για την Ελλάδα επιβεβαιώνει ότι, παρά τη συνταγματική κατοχύρωση της Αυτοδιοίκησης, «υπάρχει περιορισμένη αυτονομία και εξαρτάται σε υπερβολικό βαθμό από το κεντρικό κράτος». Η θεσμική ανεξαρτησία των ΟΤΑ παραμένει έτσι περισσότερο διακηρυκτική παρά ουσιαστική.
Η άκαιρη πρόταση για ένα νέο εκλογικό σύστημα, οδηγεί σε σύνθετους μηχανισμούς εκλογής, που φαίνεται να στοχεύουν όχι στην ενίσχυση της αναλογικής εκπροσώπησης, αλλά στη διασφάλιση ελεγχόμενων πλειοψηφιών.
Οι Δήμοι παραμένουν αμέτοχοι στις αποφάσεις για τα τοπικά ζητήματα
Τα ζητήματα που απασχολούν καθημερινά τους πολίτες —υποδομές, στέγαση, δημογραφικό, εκπαίδευση, περιβάλλον— παραμένουν εκτός του ουσιαστικού πεδίου παρέμβασης των Δήμων.
Αντί να ενισχυθεί η δυνατότητα παρέμβασης των Δήμων για την αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων, βλέπουμε κλείσιμο σχολείων, ΔΕΥΑ, ΕΛΤΑ και άλλων κρίσιμων υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, που αποψιλώνουν τις τοπικές κοινωνίες από ζωτικές δομές.
Διαχείριση απορριμμάτων: επιμονή σε απορριφθείσες λύσεις
Παρά την απόρριψη της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) για το Σχέδιο Δημιουργίας Δικτύου Μονάδων Ενεργειακής Αξιοποίησης Απορριμμάτων, από τα θεσμικά όργανα της αυτοδιοίκησης, το Υπουργείο επιμένει στο σχέδιο δημιουργίας έξι μονάδων καύσης, μεταφέροντας ταυτόχρονα την αρμοδιότητα της ανακύκλωσης στους ΦΟΔΣΑ.
Πρόκειται για κεντρικό σχεδιασμό που αγνοεί τις θέσεις της Αυτοδιοίκησης και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οδηγώντας σε ένα μοντέλο ενεργειακής αξιοποίησης με σημαντικούς κινδύνους για τις τοπικές κοινωνίες.
Κοινωνικές δομές σε συνθήκες αβεβαιότητας
Καμία σαφής δέσμευση δεν δόθηκε για τη λειτουργία του προγράμματος “Βοήθεια στο Σπίτι” στους Δήμους, όπου δεν υπάρχει ή για τη βιωσιμότητα των κοινωνικών δομών που στηρίζουν τις ευάλωτες ομάδες, των οποίων η λειτουργία παραμένει εξαρτημένη από προσωρινές συμβάσεις και έκτακτες χρηματοδοτήσεις.
Η έλλειψη σταθερής πολιτικής για την κοινωνική προστασία καθιστά ευάλωτους τους πιο αδύναμους πολίτες — τη στιγμή που ο ρόλος των Δήμων είναι να λειτουργούν ως τελευταίο δίχτυ κοινωνικής προστασίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι κοινωνικές δαπάνες των ΟΤΑ μειώθηκαν κατά 28% την τελευταία δεκαετία, ενώ οι ανάγκες αυξήθηκαν κατακόρυφα λόγω πληθωρισμού, ενεργειακού κόστους και στεγαστικής κρίσης.
Συμπερασματικά, η μετά-Καλλικράτη εποχή, σε συνδυασμό με τους μνημονιακούς περιορισμούς, δημιούργησε ένα πεδίο λειτουργίας όπου οι Δήμοι έχουν αρμοδιότητες χωρίς πόρους, ευθύνες χωρίς εργαλεία, υποχρεώσεις χωρίς στήριξη.
Η επιλογή της σημερινής κυβέρνησης να ενισχύσει τον συγκεντρωτισμό και να παγιώσει ένα αυταρχικό μοντέλο διοίκησης υπονομεύει περαιτέρω την αυτοτέλεια και τη δημοκρατία της Αυτοδιοίκησης.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η Τοπική Αυτοδιοίκηση χρειάζεται μια ριζοσπαστική θεσμική ανασυγκρότηση:
• με οικονομική αυτοτέλεια,
• με κατάργηση των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων,
• με Μητροπολιτική Διοίκηση για τα μεγάλα αστικά κέντρα,
• και με ενίσχυση της συμμετοχής των πολιτών.
Δεν χρειαζόμαστε Δήμους-εκτελεστικά όργανα κυβερνητικών αποφάσεων.
Χρειαζόμαστε Δήμους ελεύθερους, δημοκρατικούς, ικανούς να παράγουν τοπική πολιτική, να σχεδιάζουν με τους πολίτες και να ανακτούν τον ρόλο τους ως πυλώνες δημοκρατίας και κοινωνικής συνοχής.
* (Αναδημοσίευση από την εφημερίδα ΕΠΟΧΗ, φύλ. 15 & 16 Νοεμβρίου 2025)





































