fbpx

Η Στοά της Αρτέμιδος στη Βραυρώνα / Μορφές διάβρωσης και προτάσεις προστασίας

(Αναδημοσίευση*) Ο αρχαιολογικός χώρος της Βραυρώνος, που βρίσκεται στην ανατολική Αττική, εκτείνεται στους βόρειους πρόποδες χαμηλού πετρώδους λόφου, που ονομάζεται «Κομμένο Λιθάρι».

Βασίλειος Λαμπρόπουλος
Δρ. Χημικός Μηχανικός Ε.Μ.Π., Καθηγητής Εφαρμογών, ΤΕΙ Αθήνας
Μαρία Κότου
Συντηρήτρια Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, ΤΕΙ Αθήνας
Αλέξανδρος Σαπουντζάκης
Συντηρητής Αρχαιοτήτων και Έργων Τέχνης, ΤΕΙ Αθήνας

Στη βόρεια πλευρά περνά ο ποταμός Ερασινός, ο οποίος εκβάλλει μερικά μέτρα ανατολικότερα, στον μικρό, κλειστό όρμο της Βραυρώνος, στον νότιο Ευβοϊκό. Ο όρμος αυτός είναι ρηχός και τελματώδης σήμερα, στην αρχαιότητα όμως ήταν ένα αξιόλογο υπήνεμο λιμάνι. Ο εσώτατος μυχός του κόλπου, που δεν είναι ορατός από το ιερό, απέχει μόνο 700μ. από αυτό.

Ιστορικά στοιχεία της περιοχής

Η περιοχή πρωτοκατοικήθηκε από Πελασγούς στο τέλος της Νεολιθικής εποχής (3.500 π.Χ.). Κατά την Μεσοελλαδική εποχή (2.000 – 1.600 π.Χ.) δημιουργήθηκε η ακρόπολη της Βραυρώνος. Μετά την Μυκηναϊκή εποχή (1.600 – 1.100 π.Χ.) ο συνοικισμός εγκαταλείφθηκε μέχρι τον 9ο αιώνα.

Από την Μικρά Ασία φαίνεται ότι έγινε η μεταφορά της λατρείας της Αρτέμιδος , κατά τα Ύστερα Πρωτογεωμετρικά χρόνια, όταν άρχισε να επαναχρησιμοποιείται ο χώρος.

Η Βραυρών αποτέλεσε μία από τις δώδεκα προϊστορικές πόλεις στις οποίες είχε ενώσει την Αττική ο Κέκροψ, σύμφωνα με τον Παυσανία. Ενώ ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι ήταν μια από τις δώδεκα πόλεις του συνοικισμού του Θησέα, οι οποίες συναποτέλεσαν την Αθήνα.

Τον 6ο π.Χ. αιώνα ιδρύθηκε από τον Πεισίστρατο το ιερό της Αρτέμιδος. Μετά τη μεταρρύθμιση του Κλεισθένους, η Βραυρών και οι γύρω περιοχές αποτέλεσαν το Δήμο των Φιλαϊδών.

Ο χώρος βρέθηκε στην κορύφωση της ακμής του το δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα και σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια του 4ου. Στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. το ιερό καταστράφηκε λόγω καθίζησης και εισροής των υδάτων του ποταμού στο χώρο.

Τον 6ο μ.Χ. αι. χτίστηκε παλαιοχριστιανική βασιλική για τον «εξαγνισμό» του χώρου…

Ανασκαφές έγιναν σε μικρή κλίμακα κατά τα τέλη του 19ου αι. και πιο συστηματικές και εκτεταμένες από τον Ι. Παπαδημητρίου κατά τις περιόδους 1955¬1962. Οι ανασκαφές αυτές, όμως, διακόπηκαν με τον θάνατό του, και δεν έχουν ολοκληρωθεί.

Η Στοά της Βραυρώνος, που σύμφωνα με τα μορφολογικά της χαρακτηριστικά και επιγραφές χρονολογείται στα τέλη του 5ου π.Χ. αι., είναι στωικό οικοδόμημα σχήματος Π. Η βόρεια κιονοστοιχία έχει 11 δωρικούς κίονες και μήκος 29,19 μ., ενώ η δυτική και η ανατολική από έναν, των οποίων η ανοικοδόμηση δεν είχε ολοκληρωθεί ποτέ.

Η Στοά περιλαμβάνει:

  • Έξι τετράγωνα όμοια δωμάτια στο βόρειο σκέλος και τρία στο δυτικό με είσοδο στη Στοά, εντός των οποίων υπήρχαν έντεκα ξύλινες κλίνες και επτά μαρμάρινες τράπεζες.
  • Έναν στενό διάδρομο που χωρίζει τα δωμάτια συμμετρικά σε δυο ομάδες.
  • Ένα έβδομο μικρότερο δωμάτιο στο δυτικότερο σημείο του βόρειου σκέλους της Στοάς.
  • Ευρύ υπαίθριο διάδρομο, παράλληλο προς το βόρειο σκέλος της στοάς, με πρόπυλα στα άκρα του.
  • Βόρεια στοά με 12 κίονες, πιθανώς οκταγωνικούς.

Μέσα στη Στοά υπήρχαν αναθηματικά αγάλματα «άρκτων» (νεαρά κορίτσια που υπηρετούσαν τη θεά) και αγοριών, ανάγλυφα, καθώς και επιγραφές, από τα οποία σήμερα σώζονται in situ μόνο τα βάθρα.

Υλικά δομής και τεχνολογία κατασκευής

Για την κατασκευή της Στοάς χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τρία υλικά: ψαμμίτης, μάρμαρο και ασβεστόλιθος.

Εντόπιος ψαμμίτης, χρώματος ανοικτού καστανέρυθρου, χονδρόκοκκος, σκληρότητας περίπου 2 Mohs, χρησιμοποιήθηκε στη θεμελίωση, τους κίονες, το επιστύλιο, τα τρίγλυφα, το γείσο στα δωμάτια και την παραστάδα.

Μάρμαρο, λευκό πεντελικό, λεπτόκοκκο, με πορώδες 0,35-0,7% και σκληρότητα 3 Mohs, χρησιμοποιήθηκε στα σημεία όπου απαιτούνταν μεγαλύτερη αντοχή, όπως στο στυλοβάτη, αλλά και στα αρχιτεκτονικά μέλη όπου η κατεργασία ήταν λεπτότερη, όπως στα κιονόκρανα και τις μετόπες.

Ο ασβεστόλιθος είναι γκρίζου χρώματος και σκληρότητας περίπου 5,5 Mohs.

Οι σύνδεσμοι και οι γόμφοι ήταν κατασκευασμένοι από μολυβδοχοημένο σίδηρο. Για τα εξαρτήματα των θυρών και τα στηρίγματα των κλινών χρησιμοποιήθηκε ορείχαλκος.

Λεπτό επίχρισμα (stucco), που δεν σώζεται σήμερα, επικάλυπτε τους ψαμμιτικούς δομικούς λίθους.

Η τεχνολογία κατασκευής της Στοάς είναι όμοια με την γενικώς εφαρμοζόμενη τεχνολογία κατά την κλασική περίοδο στην Ελλάδα.

Αναστήλωση της Στοάς της Βραυρώνος

Οι αναστηλωτικές εργασίες έγιναν από τον αρχιτέκτονα της Υπηρεσίας Αναστηλώσεως Χαρ. Μπούρα, με την επιστασία του γλύπτη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Στ. Τριάντη, από την 1η Μαΐου 1961 μέχρι τα τέλη του Σεπτεμβρίου του 1962.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών κατεβλήθη προσπάθεια να τηρηθούν οι εξής αρχές: ελαχιστοποίηση προσθηκών και επεμβάσεων στα αρχαία μέλη, αντιστρεψιμότητα, δυνατότητα διάκρισης νέων προστιθέμενων τεμαχίων, εξασφάλιση της στατικής αυτάρκειας του κτηρίου, ισορροπία της σύνθεσης της μορφής του ερειπίου, συνέπεια με τα πορίσματα της μορφολογικής μελέτης.

Κατά την αναστήλωση έγιναν οι ακόλουθες εργασίες:

Η επιφάνεια της έδρασης του μνημείου τριπλασιάστηκε με την κατασκευή βάσης από άοπλο σκυρόδεμα. Αναστηλώθηκαν 37 σφόνδυλοι (οι 31 αρχαίοι). Τα έξι μαρμάρινα κιονόκρανα που διατηρούνταν τοποθετήθηκαν στις αρχικές τους θέσεις, από τα είκοσι θραύσματα που διασώθηκαν συναρμολογήθηκε ένα νέο και συμπληρώθηκαν δύο νέα.

Η σύνδεση των θραυσμάτων έγινε με ανοξείδωτους ορειχάλκινους συνδέσμους. Προστέθηκε επίσης ένα νέο κιονόκρανο. Εκτός του μοναδικού διασωθέντος επιστυλίου κατασκευάσθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν έξι νέα επιστύλια, ενισχυμένα με ράβδους ανοξείδωτου χάλυβα. Τέλος, τοποθετήθηκαν στις αρχικές τους θέσεις τα αναθηματικά βάθρα.

Οι συμπληρώσεις στο μνημείο έγιναν με χρήση του ίδιου εντόπιου ψαμμίτη και λευκού πεντελικού μαρμάρου.

Μεταξύ των αρχαίων και των νέων τεμαχίων και όπου υπήρχε κενό τοποθετήθηκε τσιμεντοκονίαμα μικρής περιεκτικότητας σε τσιμέντο.

Λόγω της εσπευσμένης αναστήλωσης δεν τηρήθηκε η αρχή ότι η αναστήλωση έπεται της ανασκαφής και της έκδοσης της αρχαιολογικής μελέτης του μνημείου. Η πραγματοποίηση όμως των εργασιών, με βάση την αρχή της αντιστρεψιμότητας, δίνει τη δυνατότητα επανόρθωσης πιθανών σφαλμάτων.

Περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν στην ευρύτερη περιοχή της Βραυρώνος

Για την αναγνώριση των μηχανισμών φθοράς των υλικών του μνημείου κρίναμε απαραίτητη τη μελέτη των περιβαλλοντικών συνθηκών της περιοχής.

Από τις μετρήσεις της Ε.Μ.Υ. (τμήμα στατιστικής κλιματολογίας), που αναφέρονται στο σταθμό των Σπάτων κατά τα έτη 1974-1997, προέκυψε ότι:

Οι τιμές της θερμοκρασίας κυμαίνονται μεταξύ 10 – 30Ο στη διάρκεια του έτους. Μεμονωμένες τιμές μεγαλύτερες των 30ο και μικρότερες των 0 έχουν καταγραφεί.

Η ένταση των ανέμων σπανίως παίρνει τιμές μεγαλύτερες από 5 beaufort για το σταθμό των Σπάτων.

Το ανάγλυφο της περιοχής της Βραυρώνος και η γειτνίαση με τη θάλασσα έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τοπικών συστημάτων ροής. Θεωρούμε επομένως πιθανή την αύξηση της συχνότητας και της έντασης των ανέμων, ειδικά αυτών με Β.-ΒΑ. Κατεύθυνση.

Οι βροχοπτώσεις κυμαίνονται σε ποσοστά ανάλογα με αυτά της υπόλοιπης Αττικής.

Οι τιμές της σχετικής υγρασίας είναι μεγαλύτερες από τις αναφερόμενες στο ραβδόγραμμα, που αναφέρονται στο σταθμό των Σπάτων, καθώς το μνημείο βρίσκεται πλησιέστερα στη θάλασσα απ’ ότι ο εν λόγω σταθμός.

Κατά τους χειμερινούς μήνες ο αρχαιολογικός χώρος πλημμυρίζει συχνά, λόγω της διαμόρφωσης του εδάφους που ευνοεί την κατακράτηση των ομβρίων υδάτων αφενός, και αφετέρου λόγω των πετρωμάτων του υπεδάφους που επιτρέπουν την εισχώρηση θαλάσσιου ύδατος στο έδαφος και στα νερά του Ερασίνου.

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, το έδαφος θεμελίωσης της ευρύτερης περιοχής έχει μέγιστο πάχος 10μ. και συντίθεται από λεπτομερή μέλη άμμου και αργίλων, και σε μικρότερα ποσοστά από λεπτούς μανδύες, από αποσάθρωση κροκάλων.

Το στρώμα αυτό στην περιοχή του μνημείου εμφανίζει πιθανώς μεγαλύτερο πάχος και περιέχει μεγαλύτερες ποσότητες αργίλων, λόγω της συσσώρευσης εκεί της ιλύος του ποταμού Ερασίνου.

Υδρολογική μελέτη

Για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης των αλάτων στα υπόγεια ύδατα, έγινε ανάλυση σε τρία δείγματα ύδατος:

α. Από την ιερά πηγή που βρίσκεται σε απόσταση περίπου 30μ. από τη δυτική γωνία της Στοάς, β. από τα λιμνάζοντα ύδατα κάτω από τη δυτική γωνία της Στοάς, γ. Από φρέαρ που βρίσκεται σε απόσταση 40 περίπου μέτρων νοτιοδυτικά της Στοάς.

Τα αποτελέσματα των αναλύσεων παρατίθενται στον πίνακα 1 (οι αναλύσεις έγιναν στο Ι.Γ.Μ.Ε., στη Διεύθυνση Υδρογεωλογίας Νοτίου Ελλάδος) Από τον πίνακα φαίνεται ότι η συγκέντρωση των διαλυτών αλάτων στα υπόγεια ύδατα είναι ιδιαίτερα αυξημένη και το ρΗ ελαφρώς βασικό.

Μετρήσεις για την ανίσχευση διαλυτών αλάτων στην επιφάνεια του ψαμμίτη Για την αναγνώριση των αιτίων των φθορών του μνημείου, έγινε ανίχνευση διαλυτών αλάτων στην επιφάνεια δύο κιόνων. Κάτοψη της κοινοστοιχίας με τις θέσεις στις οποίες έγινε ανίχνευση διαλυτών αλάτων.

Στα τέσσερα δείγματα έγιναν αναλύσεις κατά τις οποίες μετρήθηκε η αγωγιμότητα του διαλύματος, το pH και η περιεκτικότητα του σε ιόντα CΙ- και S04-2.

Τα δείγματα από τις ανατολικές πλευρές των κιόνων περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες αλάτων, προφανώς επειδή προσανατολίζονται προς τη θάλασσα.

Στον ανατολικό κίονα το δείγμα του κατώτερου σφονδύλου παρουσιάζει μεγαλύτερη συγκέντρωση σε άλατα από το δείγμα που βρισκόταν σε μεγαλύτερη απόσταση από το έδαφος. Αυτό οφείλεται στη διάχυση ιόντων από το έδαφος λόγω του φαινομένου της τριχοειδούς αναρρίχησης.

Στον δυτικό κίονα παρατηρείται μεγαλύτερη συγκέντρωση αλάτων στον άνω σφόνδυλο απ’ ότι στον κατώτατο. Αυτό προφανώς οφείλεται στο ότι η κομπρέσα στον άνω σφόνδυλο ήταν τοποθετημένη στην ανατολική πλευρά, δηλαδή προς τη θάλασσα.

Ακόμη, η συγκέντρωση των αλάτων στο σημείο α επηρεάζεται από την ύπαρξη τσιμεντοκονιάματος σε κοντινή απόσταση, καθώς το τσιμέντο αποτελεί σημαντική πηγή διαλυτών αλάτων.

Η διάβρωση του δομικού υλικού της Στοάς

Η βασικότερη φθορά που παρατηρείται μικροσκοπικά στο υλικό του μνημείου είναι οι κοιλότητες στην επιφάνεια του ψαμμιτικού υλικού, οι οποίες φανερώνουν διάβρωση με κυψέλωση. Οι κοιλότητες ποικίλλουν σε μέγεθος και καλύπτουν όλη την επιφάνεια του ψαμμιτικού υλικού. Αυτή η μορφή διάβρωσης οφείλεται στην παρουσία ευδιάλυτων αλάτων στο μνημείο, σε συνδυασμό με την υγρασία και τους ανέμους που πνέουν στην περιοχή.

Πηγές αλάτων για τη Στοά αποτελούν:

α. τα υπόγεια ύδατα, όπως προκύπτει από τις σχετικές αναλύσεις υδάτων,

β. η θάλασσα, η οποία βρίσκεται 700μ. ανατολικά του αρχαιολογικού χώρου,

γ. Τα τσιμεντοκονιάματα που είχαν χρησιμοποιηθεί στην αναστήλωση του μνημείου.

Η μεταφορά των αλάτων από τα υπόγεια ύδατα γίνεται με το φαινόμενο της τριχοειδούς αναρρίχησης και από τη θάλασσα με το φαινόμενο της αλατονέφωσης, λόγω της Β.-ΒΑ. Κατεύθυνσης των ανέμων.

Εκτός από την κυψέλωση, παρατηρείται απομάκρυνση, σε επιφανειακό επίπεδο, των αργιλοπυριτικών φλεβών του πέτρινου υλικού. Η απώλεια προκαλείται λόγω της ιονεναλλακτικής εξαλλοίωσης των αργίλων που περιέχονται ως προσμίξεις στην πέτρα, λόγω της δράσης του νερού (στα βάθρα των αναθημάτων φαίνεται χαρακτηριστικά το μεγαλύτερο ποσοστό απώλειας υλικού, έως το σημείο που φτάνει η στάθμη του νερού στις πλημμύρες).

Ρωγμές μεταξύ των συγκολλημένων τμημάτων του ψαμμίτη έχουν προκληθεί εξαιτίας της διαφοράς του συντελεστή θερμικής διαστολής του ψαμμίτη από το τσιμεντοκονίαμα, που έχει χρησιμοποιηθεί για τη συγκόλληση.

Τα ποικίλα φυτά που αναπτύσσονται στο χώρο του μνημείου δημιουργούν ρωγμές σε τμήματα της Στοάς, κυρίως στον μαρμάρινο στυλοβάτη, ή διευρύνουν ρωγμές που ήδη υπήρχαν.

Παρατηρείται διάβρωση των μεταλλικών συνδέσμων που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την αναστήλωση, με αποτέλεσμα κάποια θραύσματα να έχουν αποκολληθεί. Τη διάβρωση του ορείχαλκου και του ανοξείδωτου χάλυβα ευνοεί η αυξημένη σχετική υγρασία, καθώς και η μεγάλη συγκέντρωση θειικών ιόντων και χλωριόντων στο περιβάλλον.

Τα προϊόντα διάβρωσης του ορείχαλκου έχουν αλλοιώσει χρωματικά την επιφάνεια του μαρμάρου, δημιουργώντας κατά τόπους κηλίδες πρασίνου-μπλε χρώματος.

Βιολογική διάβρωση παρατηρείται κυρίως στα ασβεστολιθικά βάθρα των αναθημάτων, στα μαρμάρινα κιονόκρανα και λιγότερα στο ψαμμιτικό υλικό. Στα τμήματα αυτά υπάρχει στρώμα βιολογικών επικαθίσεων από συμβιώσεις μικροοργανισμών, το οποίο συνίσταται από μεγάλες ομοιόμορφες επιφάνειες και «λεκέδες» κυκλικού σχήματος.

Η ανάπτυξη των μικροοργανισμών ευνοείται από την υψηλή σχετικά υγρασία και από τις θερμοκρασίες που επικρατούν στην περιοχή.

Ορατή είναι η καθίζηση που έχει υποστεί η Στοά ήδη από την αρχαιότητα. Πιθανή αιτία των καθιζήσεων είναι η αμμώδης σύσταση του υπεδάφους της περιοχής και η παρουσία μεγάλου ποσοστού αργίλων, που διογκώνονται όταν απορροφούν νερό, τους χειμερινούς μήνες, ενώ το καλοκαίρι, όταν στεγνώνουν, μετατρέπονται σε λεπτή σκόνη (φαινόμενο της θιξοτροπίας).

Οι εναλλαγές αυτές προκαλούν αυξομειώσεις του όγκου των αργίλων, με αποτέλεσμα την αποσάθρωση του εδάφους θεμελίωσης.

Προτεινόμενες επεμβάσεις συντήρησης

Η κατάσταση διατήρησης του μνημείου καθιστά επιτακτική την ανάγκη συντήρησής του. Προτείνεται ένα γενικό πλαίσιο εργασιών συντήρησης, καθώς δεν έχουν προηγηθεί οι απαραίτητες αναλύσεις που θα μπορούσαν να δώσουν πιο συγκεκριμένες προτάσεις.

Για τη συντήρηση του μνημείου είναι χρήσιμο να γίνει πρωτίστως ποιοτική και ποσοτική ανάλυση του υλικού, ώστε να επιλεγούν οι κατάλληλες μέθοδοι συντήρησης.

Οι αναλύσεις που μπορεί να γίνουν είναι: εξέταση στο πολωτικό μικροσκόπιο, εξέταση με τη μέθοδο περίθλασης ακτίνων Χ (XRD), παρατήρηση με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης (SΕΜ), μελέτη του φθορισμού των ορυκτών μετά από ακτινοβόληση με ακτίνες Χ, φλογοφωτεμετρία ή ανάλυση με τη μέθοδο της ατομικής απορρόφησης.

Για τη μελέτη της εσωτερικής δομής των υλικών και τον εντοπισμό πιθανών ασυνεχειών ρωγμών και ξένων στοιχείων προτείνονται οι εξής μέθοδοι ανάλυσης: εξέταση με υπέρηχους, ακτινογράφηση, υπέρυθρη θερμογραφία, ενδοσκόπηση.

Προτείνεται, επίσης, η μέτρηση του πορώδους της πέτρας και η ταυτοποίηση των βιολογικών επικαθίσεων.

Η στεγανοποίηση του εδάφους και η επίλυση των στατικών προβλημάτων του μνημείου και ακολούθως να πραγματοποιηθεί η απαιτούμενη κατασκευαστική επέμβαση στο έδαφος. Οι επεμβάσεις αυτές μπορούν να συνδυαστούν και με τη συνέχιση των ανασκαφικών εργασιών στο χώρο.

Η στεγανοποίηση του εδάφους δεν θα πρέπει να αλλοιώσει το φυσικό τοπίο με το οποίο το μνημείο είναι άρρηκτα δεμένο.

Προσωρινή λύση για τη μείωση των υδάτων μπορεί να αποτελέσει η ενίσχυση της ήδη υπάρχουσας αντλίας, ο σχολαστικός καθαρισμός του σημείου άντλησης των υδάτων και η διάνοιξη δευτέρου φρεατίου συλλογής υδάτων σε άλλο σημείο του αρχαιολογικού χώρου.

Καθαρισμοί

Κύριοι στόχοι των μεθόδων καθαρισμού της Στοάς είναι η απομάκρυνση των διαλυτών αλάτων, των βιολογικών επικαθίσεων, των τσιμεντοκονιαμάτων και των μεταλλικών συνδέσμων που χρησιμοποιήθηκαν κατά την αναστήλωση και, τέλος, ο καθαρισμός των λεκέδων που δημιουργήθηκαν από την οξείδωση των συνδέσμων.

Οι μέθοδοι καθαρισμού πρέπει:

  • Να μην σχηματίζουν προϊόντα καταστρεπτικά για την πέτρα.
  • Να αφήνουν την επιφάνεια ανεπηρέαστη.
  • Να έχουν ελεγχόμενη εφαρμογή.

Τα τσιμεντοκονιάματα αφαιρούνται με μηχανικό καθαρισμό, με τη βοήθεια εργαλείων γλυπτικής (σφυρί, καλέμι). Τυχόν υπολείμματα μπορούν να αφαιρεθούν με χρήση πάστας Μοra, η οποία συμπλοκοποιεί ιόντα των συστατικών του κονιάματος, σε συνδυασμό με μηχανικές μεθόδους.

Για τον καθαρισμό των λεκέδων από τα προϊόντα οξείδωσης των ορειχάλκινων συνδέσμων μπορεί να χρησιμοποιηθεί πάστα που περιέχει αμμωνία.

Το ίδιο αντιδραστήριο, σε συνεργασία με μηχανικές μεθόδους, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αφαίρεση των ορειχάλκινων συνδέσμων. Κατά ανάλογο τρόπο μπορούν να αφαιρεθούν οι χαλύβδινοι σύνδεσμοι, με αραιό διάλυμα θειογλυκολικού οξέως (ΗSCΗ2COOΗ).

Ο καθαρισμός των βιολογικών επικαθίσεων μπορεί να γίνει με αραιό διάλυμα υπεροξειδίου του υδρογόνου (Η2Ο2) που έχει οξειδωτικές ικανότητες και διαλύει την οργανική ύλη. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα βιοκτόνα που θανατώνουν τους μικροοργανισμούς, με αποτέλεσμα να χαλαρώνουν οι επικαθίσεις και να αφαιρούνται εύκολα με απιονισμένο νερό και ήπιο βούρτσισμα της επιφάνειας.

Για την αφαίρεση των μεγαλύτερων φυτών προτείνεται η εκρίζωσή τους με κατάλληλο ζιζανιοκτόνο. Το ζιζανιοκτόνο πρέπει να μην προκαλεί διάβρωση ή χρωματική αλλοίωση στην πέτρα, αλλά και να έχει όσο το δυνατόν μικρότερη τοξικότητα.

Για την απομάκρυνση των διαλυτών αλάτων από τους πόρους της πέτρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί απιονισμένο νερό, αφού η επιφάνεια της πέτρας δεν είναι γυψοποιημένη.

Το απιονισμένο νερό διαλύει τα άλατα και τα παρασύρει, λόγω του φαινομένου της ώσμωσης, έξω από το πέτρινο υλικό. Για τον σκοπό αυτό μπορούν να γίνουν διαδοχικές εφαρμογές ισομεγέθων κομπρεσών ουδέτερου χαρτιού με απιονισμένο νερό στην επιφάνεια του ψαμμίτη και του ασβεστόλιθου.

Κάθε φορά μετριέται η αγωγιμότητα του νερού έκλυσης, που παράγεται από το ξέπλυμα κάθε κομπρέσας, και, όταν η αγωγιμότητα σταθεροποιηθεί σε χαμηλές τιμές, η επέμβαση σταματάει.

Οι κομπρέσες μπορεί να αντικατασταθούν με προσροφητική άργιλο (ατταπουλγίτη, σεπιόλιθο). Ο ατταπουλγίτης ενδείκνυται για τον ψαμμίτη, καθώς αποτελείται από χαλαζία σε ποσοστό 68% περίπου.

Οι μέθοδοι αυτές απομακρύνουν τα άλατα από μικρό βάθος του εσωτερικού της πέτρας.

Για την απομάκρυνση αλάτων από τον όγκο των σπονδύλων προτείνεται μια μέθοδος που εφαρμόζεται σε μικρά αγάλματα συνήθως, κατά την οποία εφαρμόζεται στον σφόνδυλο ένα σφιχτό ελαστικό ένδυμα με μια οπή στο πάνω μέρος και μία κάτω. Με ροή νερού υπό πίεση από πάνω προς τα κάτω ή με εφαρμογή κενού και παροχή νερού από πάνω, παρασύρονται τα διαλυτά άλατα και κινούνται προς την έξοδο.

Με τη μέτρηση της αγωγιμότητας του νερού που βγαίνει παρακολουθείται η πορεία της μεθόδου. 

Πριν από μια τέτοια εφαρμογή πρέπει να γίνονται μετρήσεις της αντοχής της πέτρας, καθώς υπάρχει κίνδυνος απώλειας υλικού εξαιτίας της πίεσης από την εφαρμογή του ελαστικού ενδύματος και της πίεσης του νερού. Στερέωση των δομικών υλικών

Η αποσάθρωση των δομικών λίθων έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των μηχανικών αντοχών και της συνοχής τους, έτσι ώστε να κρίνεται απαραίτητη η στερέωσή τους. Το στερεωτικό υλικό πρέπει να είναι αντιστρέψιμο και να έχει παρόμοια σύσταση με αυτήν του πετρώματος.

Λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας του ψαμμίτη σε χαλαζία (SiΟ2), προτείνεται να χρησιμοποιηθεί υλικό με βάση το πυρίτιο.

Συνήθως χρησιμοποιούνται πυριτικά άλατα, τα οποία υδρολύονται και σχηματίζουν ορθοπυριτικό οξύ (Η4SiΟ4).

Το οξύ καθιζάνει στους πόρους της πέτρας και χάνοντας βαθμιαία νερό σχηματίζει το επιθυμητό οξείδιο του πυριτίου.

Ένα οργανικό υλικό με βάση το πυρίτιο, μη πολυμερές και με μεγάλη διεισδυτική ικανότητα, που χρησιμοποιείται κυρίως σε ψαμμίτες, είναι ο αιθυλοπυριτικός εστέρας.

Κατά την εφαρμογή πρέπει να απομακρύνεται η περίσσεια του στερεωτικού από την επιφάνεια της πέτρας, ώστε να μην δημιουργούνται λεκέδες. Σε μελέτες που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ο χρόνος ζωής του στερεωτικού είναι περίπου δέκα χρόνια, διάστημα μετά το οποίο η μέθοδος μπορεί να επανεφαρμοστεί.

Οι ιδανικότερες συνθήκες εφαρμογής του στερεωτικού είναι RΗ 47-55% και θερμοκρασία 22-30ο C. Ανάλογες συνθήκες επικρατούν στη Βραυρώνα τον μήνα Ιούνιο, όπως προκύπτει και από τους σχετικούς πίνακες.

Για τη στερέωση των ασβεστολιθικών τμημάτων προτείνονται ανόργανα υλικά που επιδρούν στο ανθρακικό ασβέστιο της πέτρας.

Καλά αποτελέσματα δίνει το υδροξείδιο του ασβεστίου, το οποίο κατά την εφαρμογή του παράγει ανθρακικό ασβέστιο αντιδρώντας με το CO2 της ατμόσφαιρας.

Το παραγόμενο ανθρακικό ασβέστιο καθιζάνει στην επιφάνεια και τους πόρους της πέτρας, αυξάνοντας έτσι την αντοχή της. Το υδροξείδιο του ασβεστίου χρησιμοποιείται με τη μορφή ασβεστόνερου ή γάλακτός του μετά από ανατάραξη.

Υδροφοβίωση

Για την προστασία από το νερό και την υγρασία πρέπει να γίνει υδροφοβίωση. Το υλικό που θα χρησιμοποιηθεί πρέπει να είναι συμβατό με το υλικό της στερέωσης και με την πέτρα, να μην αντιδρά με αυτά και να μην δημιουργεί αλλοίωση στην υφή και την εμφάνιση της πέτρας.

Μία κατηγορία υλικών που χρησιμοποιούνται για υδροφοβίωση και έχουν το πυρίτιο είναι τα αλκυλο-αλκοξυ-σιλάνια. Οι ιδανικές συνθήκες για την εφαρμογή τους είναι ανάλογες με αυτές του αιθυλοπυριτικού εστέρα.

Προτείνεται να εφαρμοστεί πρώτα ο εστέρας στερεοποιώντας την πέτρα και στη συνέχεια το σιλάνιο, το οποίο θα δράσει περισσότερο επιφανειακά, προσδίδοντας υδρόφοβες ιδιότητες στο πέτρινο υλικό.

Το σιλάνιο που θα χρησιμοποιηθεί πρέπει να έχει μικρό μοριακό βάρος για να μην κλείνει τελείως τους πόρους της πέτρας, ώστε να επιτρέπει τη διαφυγή της εγκλωβισμένης υγρασίας, αλλά και να αποτρέπει τη διαρροή του νερού από και προς το εσωτερικό της πέτρας. Συγκολλήσεις – πλήρωση κενών και ρωγμών

Για τη συγκόλληση πέτρινων τμημάτων χρησιμοποιούνται σήμερα διάφορα συγκολλητικά υλικά ή κονιάματα. Τα κονιάματα είναι πιο σταθερά από τις συνθετικές ρητίνες σε συνθήκες εξωτερικού περιβάλλοντος και, για τον λόγο αυτό, προτιμώνται τόσο σε συγκολλήσεις όσο και σε πληρώσεις ρωγμών και κενών.

Το λευκό τσιμέντο Portland έχει χαμηλή περιεκτικότητα σε θειικά άλατα, διαθέτει καλές μηχανικές αντοχές, καλή σύμφυση με την επιφάνεια της πέτρας, κατάλληλο θερμικό συντελεστή, πορώδες και κοκκομετρία, και προτείνεται να χρησιμοποιηθεί για τις συγκολλήσεις τόσο στο μάρμαρο όσο και στον ψαμμίτη.

Η συγκόλληση ενισχύεται με την τοποθέτηση μεταλλικών συνδέσμων από τιτάνιο, όπου διαπιστωθεί ότι τα θραύσματα λόγω του μεγέθους ή της θέσης τους δεν μπορούν να κρατηθούν μόνο με τσιμέντο.

Η συγκόλληση με χρήση μεταλλικών συνδέσμων είναι μια επώδυνη και καταστρεπτική μέθοδος για το μνημείο, καθώς πρέπει να ανοιχτούν οπές σε αυτό, γι’ αυτό και πρέπει να εφαρμόζεται μόνο όπου κρίνεται απολύτως απαραίτητο.

Η μέθοδος στερέωσης που έχει προταθεί για το μνημείο μπορεί να κλείσει λεπτές ρωγμές μεγέθους 0,1-ο,2 χιλ.

Μεγαλύτερες ρωγμές και κενά πρέπει να κλείσουν επίσης γιατί αποτελούν εστίες συγκέντρωσης διαλυτών αλάτων και μικροοργανισμών. Η πλήρωση προτείνεται να γίνει με κονίαμα. Το κονίαμα έχει ως συγκολλητική ύλη το λευκό τσιμέντο Portland και η σύσταση του αδρανούς πρέπει να είναι παρόμοια με αυτήν του πέτρινου υλικού.

Για τον ψαμμίτη προτείνεται να χρησιμοποιηθεί χαλαζιακή άμμος μικρής κοκκομετρίας και για το μάρμαρο και τον ασβεστόλιθο πεπάλη του ίδιου υλικού.

Κομμάτια που λείπουν πρέπει να συμπληρωθούν μόνο όπου επιβάλλεται για στατικούς λόγους με το ίδιο υλικό (ψαμμίτη, μάρμαρο), όπως έγινε και κατά την αναστήλωση.

Επίδραση του αεροδρομίου των Σπάτων στο μνημείο

Η εγκατάσταση του αεροδρομίου στην περιοχή των Σπάτων, σε απόσταση 7χλμ. από το Ιερό, θα προκαλέσει μεταβολή των περιβαλλοντικών συνθηκών της ευρύτερης περιοχής, με βασικότερη την αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της ηχορύπανσης.

Σύμφωνα με τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων θα αυξηθεί το ποσοστό των αιωρούμενων σωματιδίων, του διοξειδίου του θείου S02, των οξειδίων του αζώτου ΝΟχ και του μονοξειδίου του άνθρακα C0 στην ατμόσφαιρα.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι λόγω της μικρής απόστασης του αεροδρομίου από το ιερό της Βραυρωνίας Αρτέμιδος θα σημειωθεί μεταφορά των αερίων ρύπων από το αεροδρόμιο στην περιοχή της Βραυρώνος. Οι ρύποι αυτοί μπορεί να προκαλέσουν νέες φθορές, όπως γυψοποίηση και ζαχαροποίηση του μάρμαρου, κ.ά.

Αρνητική επίδραση στην κατάσταση διατήρησης του μνημείου έχει και ο θόρυβος, μέσω των κραδασμών που δημιουργεί. Ανάλογα με τις συχνότητες των ήχων που επικρατούν στην περιοχή μπορεί να προκληθούν ρηγματώσεις και θραύσεις στο υλικό του μνημείου.

Επομένως, η λειτουργία του αεροδρομίου στην περιοχή κάνει επιτακτική την ανάγκη συντήρησης του μνημείου, πριν επεκταθούν οι φθορές του και εμφανιστούν και νέες μορφές διάβρωσης.

Καθιστά επίσης απαραίτητη την περαιτέρω μελέτη και την καταγραφή των επιπτώσεων της λειτουργίας του αεροδρομίου στην περιοχή του μνημείου και στο δομικό υλικό.

Το άρθρο προδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αρχαιολογία»