Μεγαλύτερες “ευκολίες” για την αποπληρωμή χρεών προς τους Δήμους

Μεγαλύτερες «ευκολίες» για την αποπληρωμή των χρεών προς τους δήμους προβλέπονται από το υπουργείο Εσωτερικών σε μια προσπάθεια να διευκολυνθούν οι οφειλέτες.  

Διπλασιάζεται ο μέγιστος αριθμός των δόσεων στις οποίες μπορεί να καταβληθεί το οφειλόμενο ποσό στους δήμους από τους οφειλέτες, εφόσον η οφειλή θα υπαχθεί σε ρύθμιση.

Με εγκύκλιο (10145/13.2.2020) η οποία εκδόθηκε από το υπουργείο Εσωτερικών και απεστάλλει στους δήμους πριν λίγες ημέρες και η οποία εφαρμόζεται αναλογικά από τις αρχές του χρόνου δίδεται ακόμα η δυνατότητα υπαγωγής σε ρύθμιση οφειλή και για δεύτερη φορά μετά από την απώλεια της αρχικής ρύθμισης.

Στην παρ.2 της εγκυκλίου ορίζεται ο τρόπος υπολογισμού της επιβάρυνσης που θα υπολογιστεί στη βασική οφειλή λόγω του τόκους επιβάρυνσης.

Στην παρ.3 ορίζεται ότι στη ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων οφειλών που κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή άλλη νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ δύνανται να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη και βεβαιωμένες και ληξιπρόθεσμες οφειλές που τελούν σε διοικητική ή δικαστική αναστολή.

Για πρώτη φορά εισάγεται στο πλαίσιο ρύθμισης εισφορών το μπόνους για τους καλοπληρωτές.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 5 της εγκυκλίου προβλέπεται ότι θα επιστραφεί τμήμα του ποσού που κατέβαλλαν ως τόκους οι οφειλέτες εφόσον ανταποκρίνονται με συνέπεια σε όλους τους όρους της ρύθμισης μέχρι να ολοκληρωθεί η αποπληρωμή και να τελειώσει η καταβολή των δόσεων.

Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται στην εγκύκλιο ότι οι εν λόγω διατάξεις ρυθμίζουν την τμηματική καταβολή οφειλών προς το Δημόσιο, και εφαρμόζονται από τους δήμους της χώρας, σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, κατά τρόπο που προσαρμόζεται μεν στην οικονομική και ταμειακή τους λειτουργία, όμως δεν αποκλίνει ούτε έρχεται σε αντίθεση τόσο με το περιεχόμενο των νομοθετικών ρυθμίσεων, όσο και με τις ειδικότερες κατευθύνσεις και οδηγίες που έχουν ήδη δοθεί (βλ. την υπ’ αριθμ. Α.1010/20.1.2020 Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών) ή που πρόκειται να δοθούν μελλοντικά, μέσω της άσκησης δευτερογενούς κανονιστικής αρμοδιότητας από το καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργείο Οικονομικών.